Ποίημα
Ακούω το βρυχηθμό των βουνών
Το μάτι της καταιγίδας με κοιτάζει σαν τρελό
Στον ορίζοντα αστραπές
Και από τον τρούλο της Ζωοδόχου Πηγής τα χαρούμενα αναστάσιμα της διακαινησίμου
Ζηλεύεται μια τέτοια χαρά
Αχόρταγα την αποζητώ
Ειδικά τούτη τη στιγμή
πού ένα σύννεφο- μαύρη αρκούδα δείχνει τα τρομερά της δόντια
στο σύθαμπο αυτού του ανυποψίαστου για την αθανασία κόσμου
Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα
Μου ψιθύρισες χθες
έτσι καθώς ο ήλιος έβαφε με άλικο φως
τις κάτασπρες αυλές
και τα χαγιάτια
Κι άρχισα να κατεβαίνω στα μνήματα όλα
και να ψάχνω τους αγαπημένους νεκρούς
Μα τίποτα
Μονάχα σάβανα ξετυλιγμένα και άρωμα μωβ πασχαλιάς
Δεν έχει καταιγίδες στον παράδεισο
σ άκουσα να συλλαβίζεις
και η χαρά μου έγινε διπλή
Δεν έχει δάκρυα και απελπισιές εκεί
και φούσκωσαν τα πανιά της καρδιάς μου
σχεδόν κατάλευκα
σχεδόν θεϊκά
Χόρευε συ και αγάλλου
ψυχή μου
Τέρπου και τραγούδα μαζί τους
Τους βλέπεις;
Ενικήθη ο θάνατος και ουδείς εν τοις μνημείοις
Ηγέρθη η ζωή και ο Άδης φαρμακώθηκε στα ίδια του τα σπλάχνα
Ποια καταιγίδα μολογάς
και ποια άγρια αρκούδα φοβάσαι;
Ποιος μπορεί να σταθεί μπροστά
σε τόσο παντοδύναμο αναστημένο Φως ..!
©️2024 Φιλαρέτη Βυζαντίου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
