Ερωτικό Instantane
Ξημέρωνε. Το πρωινό φως πάλευε να νικήσει την αραιή ομίχλη. Και εγώ πάλευα με το
ρολόι, να προλάβω το στρατιωτικό λεωφορείο που μας μετέφερε καθημερινά στο Κέντρο
Εκπαίδευσης της Κορίνθου, όπου υπηρετούσα ως δόκιμος.
Το σπίτι της κας Μαρίας στο οποίο νοίκιαζα ένα δωμάτιο, ήταν κοντά στο σταθμό
των τραίνων στο έμπα της πόλης και απείχε αρκετά από την πλατεία όπου μας περίμενε
υπομονετικά το παμπάλαιο όχημα.
Εκείνη την ώρα ο δρόμος ήταν σχεδόν πάντα άδειος. Μια καθημερινή βαρετή διαδρομή.
Εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό είδα για πρώτη φορά, ένα μικρό κορίτσι πάνω σε ποδήλατο
να βγαίνει από την ομίχλη. Ήταν δεν ήταν 14-15 χρονών, έτσι τουλάχιστον μου φάνηκε
μέσα στο σκοτάδι και την ομίχλη. Δεν πρόλαβα να δω καν τα χαρακτηριστικά της, γιατί
γρήγορα με προσπέρασε και χάθηκε το ίδιο απότομα όπως εμφανίσθηκε. Θα πίστευα ότι
ήταν ένα παιχνίδι του μυαλού, εάν για αρκετή ώρα δεν ένιωθα το άρωμα που άφησε στο
πέρασμά της.
Το επόμενο πρωί, την ξαναείδα. Χωρίς την ομίχλη είχα περισσότερο χρόνο να την
παρατηρήσω. Το μισοσκόταδο όμως δεν βοηθούσε. Μπορούσα περισσότερο να αισθανθώ
παρά να δω, την παιδική φιγούρα να οδηγεί ήρεμα το ποδήλατο.
Τις επόμενες ημέρες την έβλεπα κάθε μέρα. Σίγουρα πήγαινε και αυτή στη δουλειά της.
Δεν κατάφερα ποτέ να ξεχωρίσω τα χαρακτηριστικά του προσώπου της στο πρωινό σκοτάδι,
μόνο τη φιγούρα της. Άλλωστε η οπτική επαφή δεν κράταγε πάνω από ελάχιστα
δευτερόλεπτα. Μόνο το άρωμά της με συντρόφευε για λίγη παραπάνω ώρα και αυτό πριν
εξαφανιστεί παρασυρμένο από τα ρεύματα του δρόμου. Ποτέ δεν σήκωσε το βλέμμα της
πάνω από το τιμόνι. Ούτε μια ματιά γύρω της.
Εγώ όμως για να διασκεδάσω την πρωινή ρουτίνα, άρχισα να την παρατηρώ όσο προλάβαινα,
συνθέτοντας το παζλ του χαρακτήρα της, που τα κομμάτια του όμως τα καθόριζα εγώ αυθαίρετα,
όπως ταίριαζαν με τα δικά μου βιώματα.
Δεν ξέρω εάν την σκιαγράφησα σωστά, αυτό άλλωστε ποιος να με το διαβεβαίωνε;
Όταν ζωγραφίζεις κάποιον, τον πλάθεις αυθαίρετα, όπως εσύ θέλεις. Τότε δεν είχαμε τηλεόραση.
Ο ελεύθερος χρόνος μακριά από τους ανθρώπους μας, περνούσε διαβάζοντας βιβλία.
Έτυχε εκείνην την περίοδο να διαβάζω την Τζέιν Έιρ της Σαρλότ Μπροντέ. Η Τζέιν μια κοπέλα
σεμνή, αξιοπρεπής απλή και μετριόφρων. Παρά τις κακουχίες της ζωής της παρέμεινε μια
ευαίσθητη και σοβαρή. Ένα λογοτεχνικό αριστούργημα που αποτελεί στην εισαγωγή του,
έναν ύμνο της εφηβείας της πρωταγωνίστριας. Από εκείνες τις περιγραφές της Μπροντέ,
έντυσα και εγώ την πιτσιρίκα με το ποδήλατο.
Σύντομα έπεισα τον εαυτό μου, ότι η μικρούλα του δρόμου είναι ένα ρομαντικό, ευγενικό,
εργατικό, κορίτσι. Ήταν και ο Τζίμης Μακούλης που τραγούδαγε τότε
«Μελαγχολικό κορίτσι που περνάς πάντα θλιμμένο» και της πρόσθεσα και αρκετή μελαγχολία στο χαρακτήρα.
Βοήθησε και ο ελληνικός δακρύβρεχτος κινηματογράφος της εποχής, και ήμουν πια βέβαιος ότι ο πατέρας της
και ο θείος της πέθαναν και ζούσε, όπως η Τζέιν, με τη γυναίκα του θείου της. Και εκείνη της
έκοψε το σχολείο και την έστελνε ξημερώματα στη δουλειά. Φυσικά δεν τις επέτρεπε να
έχει φίλους και έτσι περνούσε μια μοναχική ζωή. Όλα τα δεινά του κόσμου φόρτωσα στην καημένη,
μόνο και μόνο για να σκοτώνω την πρωινή ανία. Το κορίτσι με τα σπίρτα φάνταζε πιο καλότυχο.
Ά! Της έδωσα και όνομα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν την βάφτισα Τζέιν, άλλα Τιτίκα,
από την ηρωίδα του Ουγκώ στους Άθλιους.
Και έτσι πέρναγε ο καιρός, πλησίαζαν και οι μέρες να απολυθώ. Ένα πρωινό βλέπω το κορίτσι να ξεπροβάλει
από το σκοτάδι, για πρώτη φορά ακολουθούμενο από ένα ακόμη ποδήλατο που οδηγούσε ένα αγόρι λίγο μικρότερο.
Κάτι έλεγε το παιδί, μάλλον γκρίνιαζε, για κάτι. Τότε άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή της. Τραχιά, βραχνή και δυνατή.
Καμιά σχέση με αυτή που φαντάστηκα τη λεπτή, ευγενική και χαμηλή.
«Σκάσε ρε σιχαμένο και προχώρα».
Τι Μπροντέ, τι Μακούλης, τι Τιτίκα!!!!!. Μια έκρηξη τα διέλυσε με μιας όλα.
Ευγένεια, ρομαντισμός, σεμνότητα, εργατικότητα στα τάρταρα. Ήταν μεγάλη η απογοήτευσή μου,
αν και θα έπρεπε να μην με νοιάζει καν. Μια άγνωστη, σε ένα ξένο μέρος. Που αύριο δεν θα
την ξαναδώ και θα την ξεχάσω σύντομα κιόλας, μια και με περίμενε η πραγματική ζωή στην πόλη μου,
στη νέα οικογένεια που στήναμε με τον άνθρωπό μου. Και όμως με πείραξε, μ΄ενόχλησε, με θύμωσε.
Ούτε το άρωμά της δεν ένιωσα. Ευχαρίστως εάν προλάβαινα θα της πετούσα μια πέτρα.
Δεν μπορείς να με εξαπατάς κορίτσι μου τόσες εβδομάδες!!!. Κανείς δεν σου έδωσε αυτό το δικαίωμα!!!!!!!
Καθώς συγχυσμένος συνέχισα τον δρόμο μου, βλέπω από το σκοτάδι να ξεπροβάλει ακόμη
μία κοριτσίστικη φιγούρα με ποδήλατο. Και τότε κατάλαβα το λάθος μου.
Αυτή ήταν η Τιτίκα, η δική μου Τιτίκα με τον ευγενικό, ήρεμο, ρομαντικό χαρακτήρα που πήρε από τη
Μπροντέ και με τη θλίψη του Μακούλη, την Τιτίκα που καθώς με προσπέλασε άφησε και
πάλι το άρωμά της. Την Τιτίκα που δεν άκουσα ποτέ τη φωνή της, την Τιτίκα που ποτέ δεν
σήκωσε το βλέμμα από το δρόμο να με δει, την Τιτίκα που δημιούργησα όπως εγώ την
ήθελα και την κράτησα τόσα χρόνια στο μυαλό μου.
Την Τιτίκα που δεν θα μάθει ποτέ ότι για χάρη της, έγραψα αυτό το κείμενο μισό αιώνα μετά.
©2024 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
