Ποίημα
Έι, εσείς που με κοιτάτε,
μ’ αυτά τα μάτια τα γουρλωμένα.
Έχετε υπ’ όψιν σας πως ακουμπάτε
γυμνά καλώδια, ηλεκτρισμένα;
Δεν είμαι εγώ του κόσμου τούτου,
εγώ είμαι “σπάνιο πουλί”.
Αερικό άγνωστου τόπου,
και ακροβάτης, χωρίς σχοινί.
Είμαι αμφίβιο, τα πάντα αντέχω.
Ζω και στις θάλασσες, και στις στεριές.
Πάνω στα κύματα θα σκαρφαλώσω,
θα κολυμπήσω, σ’ άγριες πλαγιές.
Είμαι απαύγασμα φιλοσοφίας,
βαθιάς, αρχαίας και λαϊκής.
Μα, είμαι μονόστηλο εφημερίδας,
και δεξιάς… και αριστερής!
Είμαι μελέτη χαρτογιακάδων,
των κομ ιλ φο σοφιστικέ…
Παρατηρούν την ύπαρξή μου,
στον πουπουλένιο τους τον καναπέ.
Μα εγώ γελάω με τους πιο πάνω!
Και απαξιώνω… όσα κι αν πουν.
Αν μετρηθούμε μέσα στους δρόμους,
αυτοί χαμένοι… πάλι, θα βγουν.
Με λεν τρελό, πως τους τρομάζω,
κι αυτά που λέω τους ενοχλούν.
Μα φταίει το μάλαμα, στις παρωπίδες,
που έχουν δεχτεί να τους φορούν.
Έι, ανθρωπάκια, ήρθε η ώρα!
Μήπως να ακούσετε έναν τρελό;
Και ίσως θελήσετε, έστω και τώρα…
να αποκομίσετε, από όσα πω!
Σκίστε συμβάσεις που υπογράψατε,
με άυλα όντα, φρικιαστικά,
και θα ανασάνετε άλλον αέρα,
γεμάτο αρώματα μεθυστικά!
Γροθιά σηκώστε, βροντοφωνάξτε!
Ακολουθήστε έναν τρελό!
Πετάξτε πίσω όλα τα “δώρα”…
Κάντε το δρόμο, προορισμό.
Κι αν κουραστούμε;
Θα με ρωτήσετε.
Ε, τότε… πίσω, ξανά, θα΄ρθω.
Και στο παγκάκι μου, καλώς ορίσατε,
κι απ’ την ψυχή μου, ευχαριστώ.
©️2025 Ειρήνη Χουσιάδου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
