Ποίημα
Οι ποιητές πεθαίνουν πάντα
στα κλαριά
Μ’ ένα ντροπαλό τιτίβισμα
δυο μάτια πλατιά
σαν ξαστεριά καλοκαιρινή
δυο μάτια πολυδιάστατα
εξωπραγματικά
που ποτέ δεν κλείνουν
μέχρι να γίνουν δυο μαύρες τρύπες
και να ρουφήξουν όλο
το οδυνηρό της ασχήμιας φως
εντός τους
Οι ποιητές πεθαίνουν πάντα
πρώτοι
Φτιάχνουν από νωρίς
χάρτινους οβολούς
ξεγέλασμα
για κείνον τον άπληστο περαματάρη
και περιμένουν
τη βάρκα του
μια ολόκληρη ζωή
Και δεν φοβούνται
Γεμάτες οι τσέπες τους
στίχους εμπύρετους
και οβολούς
Τίποτε το εφήμερο
δεν τους αγγίζει
Οι ποιητές πεθαίνουν πάντα
κάθε πρωί
με το μάτι του πετεινού να τους θωρεί
ταραγμένο
και κατακόκκινο
Μα εκείνοι ατάραχοι
αρμέγουν το γάλα του ήλιου
και ταΐζουν
του Ανθρώπου τα πεινασμένα στόματα
Μετά
αδράχνουν το μαχαίρι της Μήδειας
και κόβουν τα μαλλιά τους
Φτιάχνουν σχοινιά γερά
να κατεβούνε στο πηγάδι της λήθης
Εκεί θα στρώσουν
να κοιμηθούνε
όταν έρθει η ώρα η μεγάλη
Κι έκτοτε
κανείς πια δεν θα τους ξαναδεί
πάρεξ
όσοι τολμήσουνε να πιούνε
από το αθάνατο νερό
που μέσα του εκείνοι
αιώνια θα κολυμβούνε…
©️2026 Φιλαρέτη Βυζαντίου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
