Ποίημα
Θυμήσου εκείνη τη νύχτα
σ΄εκείνο το παλιό λιμάνι,
που το χώμα του μύριζε βροχή,
ανάσες από αλκοόλ και τρύπιες
νυχτερινές ηδονές,
χωρίς ξεσκέπαστα σώματα.
Πόρνες που κουβαλούσαν
μεθυσμένους γέρους.
Μουντάδα
Κουρασμένοι δρόμοι
Κουρασμένα δάκρυα
Παγερός αέρας.
Σκύψε και πιάσε το χρυσό σταυρό μου.
Μου ορκίστηκες
που θα με φέρνεις πότε πότε στη θύμηση σου.
Σκεπάσου να μην κρυώνεις.
Μέσα σε΄κεινες τις στιγμές
που τις περάσαμε μαζί.
Στο σκοτεινό δωμάτιο
καπνοί ταξιδεύουν,
λόγια ταξιδεύουν.
Άρχισαν ν΄ακούγονται φωνές,
από εργάτες αγουροξυπνημένους
κι εμείς δεν έχουμε κοιμηθεί μια στάλα.
Δωσε μου το τσιγάρο
από τα χείλη σου.
Θα ξημερώσει σε λίγο
κι εσύ
δεν έχεις σταματήσει στιγμή
να μου μιλάς.
Παλιές αγάπες δίχως αρώματα,
Αποκαμωμένες…
χάνονται μέσα στο χρόνο.
Δυο αγκαλιές, δυο φιλιά.
Αναίμακτο κι αυτό το πρωινό.
Κοίτα δυο βαπόρια
περιμένουνε στη ράδα,
αποκαμωμένα κι αυτά.
Διάφανα μέσα στην ομίχλη.
Ψάχνουν να βρουν κι αυτά
το δικό τους λιμάνι.
Βαριές μορφές, γκρίζες ζωές.
Περνάει η ζωή μας, μεγαλώνουμε,
μα κάποτε ήμασταν παιδιά ανέμελα.
Και τώρα ξεχασμένοι
σε κάποιο μακρινό λιμάνι,
απλώνουμε τα χέρια,
γυρεύοντας μια θέση
κι εμείς στον ήλιο.
Δώσε μου την άβυσσο του νου σου.
Πιάσε μου το χέρι. Άσε να σε ζεστάνει. Μην κλαις, και μην πονάς!!!
Εγώ είμαι δε με θυμάσαι!!!
Θαμπές εικόνες. Θαμποί στοχασμοί.
Πέρασε κι αυτό το απομεσήμερο.
Καταχνιά βαριά.
Γυρίζει ο νους μου στα χαμένα.
Γυαλίζει μέσα σε διάφανα απομεινάρια,
μιας ζωής περασμένης.
Έναστρος ο ουρανός, μου υπόσχεται,
έναστρες περιπλανήσεις στο σύμπαν.
Ο νους μου γυρίζει.
Απομεινάρια μιας άλλης μέρας
που ξέφυγε από της ζωής την καταχνιά.
Βαδίζει ο νους μου.
Ξόδεψες κι αυτό το απομεσήμερο.
©2023 Σταύρος Μαυράκης
Αρθρογράφος – Ποιητής
