Ποίημα
Πώς αλλάζουν έτσι οι εποχές
Χωρίς ποτέ να με ρωτούν
αν θέλω
αν όχι
αν κάποια επιθυμώ περισσότερο από τις άλλες.
Σηκώθηκε αέρας
Αν και Απρίλης οι λαχτάρες μου γεννούν τα αυγά τους
στις μικρές καταπράσινες θημωνιές
από τα θερισμένα χόρτα του κήπου.
Στη σκέψη μου σιγοκαίει μια παλιά λάμπα πετρελαίου
και δύο ποιήματα του Κοντού γεμάτα καπνούς και χαμομήλια.
Η πόλη με ρουφάει ανελέητα
το παράπονο του ήλιου
που νικήθηκε κατά κράτος από τα γαιώδη σύννεφα
ίσα που ακούγεται κάτω από τις νεραντζιές
Και το μικρό νεογέννητο κοράκι
σπάζει τη σιωπή αυτού του μελαγχολικού απογεύματος
σε χιλιάδες τρισδιάστατες όψεις
της μάταιης πραγματικότητάς μου.
Πηγαίνω στην άκρη της κάμαρας
Θυμάμαι καρβουνιασμένα φιλιά
εχθρικά βλέμματα
ασβεστωμένες εικόνες με νεκραναστάσεις ερώτων.
Πίνω έναν πικρότατο καφέ
και επαληθεύω τα χέρια μου
Ναι!
Είναι δικά μου
Όπως και τα σταφιδιασμένα πρόσωπα των προγόνων μου
πάνω από το τζάκι.
Τώρα ζητώ μία ακόμη
-τελευταία ελπίζω-
επιβεβαίωση
ότι ο καιρός της αγάπης
δεν έχει περάσει ανεπιστρεπτί,
ότι οι σειρήνες των λέξεων
θα ηχούν αιώνια μέσα μου
Ότι δεν έμαθα να αγκαλιάζω άλλο σώμα
πάρεξ εκείνο της αρχαίας μητέρας μου.
Κόπασε ο αέρας
Κλείνω τα μάτια
για να δω καθαρά το σκοτάδι μου
Δεν είναι εύκολο
να γονιμοποιείσαι ατελεύτητα σε τόσο λυπημένο φως…
©2026 Φιλαρέτη Βυζαντίου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
