ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΟΥΣΤΑΝΙ

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΟΥΣΤΑΝΙ

Στον ύπνο της βλέπει συχνά πως φοράει ένα κόκκινο φουστάνι. Κατακόκκινο. Σαν εκείνο το τριαντάφυλλο που της έκλεψε κάποιος από τη γλάστρα της πριν καν ανοίξει. Και μόνο μέσα σ’ εκείνο το φουστάνι νιώθει όμορφη. Όχι πως δεν υπήρξε στ’ αλήθεια όμορφη. Μα δεν το κατάλαβε ποτέ. Λες και κάποιος να σκέπασε όλους τους καθρέφτες της. Έτσι … για να μη βλέπει πόσο όμορφη είναι.
Και τώρα που τα πανιά πέσαν από τους καθρέφτες δεν το γνωρίζει αυτό το πρόσωπο. Μα είναι το δικό της; Και τα μαλλιά; Πότε ασπρίσανε; Δε θυμάται πώς ήταν πριν …
Και το πρωί με μάτια σφαλιστά ακόμα νιώθει το απαλό φτερούγισμα της χαράς να μακραίνει. Με τα μάτια ανοιχτά πια, θωρεί δίπλα της στο στρώμα μοναδική της συντροφιά, την ενοχή και προσπαθεί να καταλάβει για ποιο λόγο τη μαλώνει. Που πέρασε ολόκληρο το βράδυ χορεύοντας μέσα σ’ εκείνο το κόκκινο φουστάνι αγκαλιά με τη χαρά ή μήπως που την άφησε να φύγει;
Ένα περίεργο πράγμα … Όταν είναι ξύπνια, η χαρά δεν την πλησιάζει. Της έχει κακιώσει φαίνεται γιατί όσες φορές της χτύπησε την πόρτα, εκείνη έκανε πως δεν άκουγε. Κοίτα να δεις ένα πείσμα η χαρά …
Μα δεν άδειαζε ποτέ. Πότε σιδέρωνε το πουκάμισο της καλής του της στολής … Μα κι εκείνο το σακάκι! Με πόση προσοχή έπρεπε να αποφύγει τα γαλόνια και τα παράσημα. Πόσα πολλά παράσημα επ’ ανδραγαθία …
Πότε έβγαζε τα κουκούτσια από τα βερίκοκα να φτιάξει το λικέρ για να κερνάει τις γυναίκες μετά την εκκλησία τις Κυριακές …  Άλλοτε ζύμωνε τις λειτουργιές για να τις στείλει στον παπά το Σάββατο κι άλλοτε λεύκαινε τα γιακαδάκια από τις ποδίτσες των παιδιών.
Που καιρός για τη χαρά … Αν τελείωνε τις δουλειές της νωρίς και της ξαναχτύπαγε, τότε μετά χαράς θα της άνοιγε … Μα τότε πόσο πολύ πονούσανε τα πόδια της …
Αλλιώς τα είχε όλα φανταστεί … Δασκάλα ήθελε να γίνει. Θα πήγαινε στην πολιτεία με τους δρόμους τους πλατιούς. Θα τους περπατούσε όλους κι ούτε θα ξανάπλενε μανούρια και μαλλιά. Μα ο πατέρας κι ο θείος κι ο αδελφός είπαν πως αυτά ήταν ντροπής πράγματα και περιττά. Και τα παραμύθια που ύφαινε με το νου και την ψυχή της, πάνω απ’ όλα, για να τα λέει στα παιδιά μέσα σε τάξεις με μεγάλα παράθυρα μείναν ανέκδοτα κι αδιάβαστα κι ανείπωτα … Ο Πρίγκιπας … η Πριγκίπισσα … ο Δράκος … οι Δράκοι … το χελιδονάκι που μιλάει και ήρθε να τραγουδήσει την Άνοιξη …πότε φεύγει κιόλας;
Τα έφερνε μοναχή της στο μυαλό της και όλα έτρεχαν καθώς ύφαινε στον αργαλειό. Και η σαΐτα και τα δάκρυα και ο καιρός …και αυτή ύφαινε …ύφαινε προικιά.
Μετά από χρόνια αποφάσισε να τα κρατήσει για τα παιδιά. Ήταν αξίας πράγματα. Καλιά να τα χαρούν οι νύφες. Όχι αυτή. Τι να τα κάνει άλλωστε τώρα; Μα πια το παράπονό της είναι πως οι νύφες δεν τα καταδέχονται …

 

 ©2023 Φένια Λάζαρη

Αρθρογράφος – Ποιήτρια – Συγγραφέας

Φένια Λάζαρη

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - ΠΟΙΗΤΡΙΑ - Γεννήθηκα το 1974 στην Αθήνα. Σπούδασα Ελληνική φιλολογία με κατεύθυνση Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας, Ψυχολογία και τέλος Διδασκαλία της ελληνικής ως ξένης γλώσσας. Έχω εργαστεί στη Μέση εκπαίδευση τόσο στην ιδιωτική όσο και στη Δημόσια. Γράφω ποιήματα, διηγήματα και ολοκληρώνω τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Ακόμα δεν έχω προβεί σε καμία έκδοση. Συνεργάζομαι με το περιοδικό «Νόημα» στο οποίο δημοσιεύω ποιήματα και διηγήματα. Τέλος, είμαι μητέρα τριών παιδιών.

This Post Has 2 Comments

  1. Ειρήνη Πλυτα

    Πόσο αλήθεια! Πόσες γυναίκες είδαν την ζωή τους να περνάει μέσα στα πρέπει, χωρίς χρόνο για χαρά και για τα δικά τους θέλω… Δεν μπορούσε να αποτυπωθεί καλύτερα!

Αφήστε μια απάντηση