Μέρος πρώτο:
Μια τσιγγανούλα όμορφη έριξε τη ματιά της
στον γιο του άρχοντά της.
Σαν νεραϊδούλα χόρευε, χτυπώντας το νταϊρέ,
για εσένα τυχερέ.
Τον έρωτα τραγούδαγε, που είχε μυστικό της,
τον πόθο, τον καημό της.
Σκεφτόταν πως χορεύανε κι ολόγλυκα γελούσε,
για εσένα τυχερέ.
Κι είπαν πολλά τα βλέμματα, που δεν τα λεν τα χείλη,
στο αλώνι εκεί, στο δείλι.
Κι έλαμπε στον ουρανό λαμπρός ο αποσπερίτης,
για εσένα τυχερέ.
Της είπε, πως την αγαπά και πως την θέλει ταίρι.
Μα δεν την θέλει η μάνα.
-Δεν είναι καθώς πρέπει, να παντρευτεί ο άρχοντας
μια ταπεινή τσιγγάνα.
Και από τότε, ως έντιμος, που στο στενό δρομί
τυχαία την συναντούσε,
το άλογο γοργοπόδαρο, να φύγει το χτυπούσε.
Μη δεν την αγαπούσε;
Η τσιγγανούλα γρήγορη απ΄ άλλη στράτα βγαίνει.
Μα αντί, για χαιρετισμό
τη σκόνη του αλόγου του στην αγκαλιά της παίρνει.
Μην την περιφρονούσε;
Μέρος δεύτερο:
Ένιωσε η κόρη προσβολή και πίκρα στην καρδιά της.
Το είπε στον πατέρα της, το΄πε και στην μαμά της.
Το έμαθε η γειτονιά, το έμαθε και η ρούγα.
Ότι την περιστέρα τους της σπάσαν την φτερούγα.
Την κόρη στείλανε μακριά. Την πάντρεψαν στα ξένα.
Εκείνη έκανε παιδιά πολλά και ζει ευτυχισμένα.
Εκείνος μήτε ένα. Με άδεια έμεινε καρδιά.
Ψάχνει το όνειρό του. Να εύρει τον άνθρωπό του.
Εμίσησε τις κοπελιές, που φέρνουν προξενιά του.
Μίσησε τον πατέρα του, την μάνα, την γενιά του.
Κι όλο γυρνάει στα γύφτικα κι όλους παντού ρωτάει,
εάν τον αναζήτησε, εάν τον αγαπάει.
Έτσι γυρνάει τις νυχτιές, χωρίς σκοπό στις στράτες.
Θυμάται εκείνες τις ματιές, τις σκόπιμα φευγάτες.
Χτυπά το άλογο ξανά και χάνεται και τρέχει.
Ο νους τ΄επαραφρόνησε, από καημό, που έχει.
Έχει στην ψυχή φωτιά. Ω να την δει πάλι ξανά!
Να κόβει δρόμο απ΄ τα στενά, να τον προϋπαντήσει,
κάπου εκεί στο χάραμα και να την συναντήσει.
Και τ΄ άλογο ορκίστηκε ποτέ μην το χτυπήσει.
Μα δεν ανθούνε κοπελιές, οι βάτοι και τα στενά.
Ούτε γεννούνε ομορφονιές και τα περάσματα.
Δεν ηχούνε στα χαλάσματα, αγάπης άσματα.
Ακούν οι στράτες τις νυχτιές τα δικά του κλάματα.
Ακούν αλόγου πέταλα οι γύφτοι και γελάνε.
Ακούει της μάνας του η καρδιά, θρηνεί κι η μαύρη κλαίει.
Ω να μπορούσε να΄ταν χθες, που την παρακαλούσε
και σήμερα να τη ρώταγε κι αυτή το ΝΑΙ να λέει!
Μα δεν ανθίζουν κοπελιές οι στράτες και τα στενά.
Και οι τσιγγανούλες οι απλές, έχουν κι αυτές καρδιά.
Κι αν ζούνε τόσο ταπεινά, στην φτώχεια στην αφάνεια,
Κρύβουν στα στήθη αισθήματα, κι αγάπης περηφάνεια.
©2023 Θεοφανώ Θεοχάρη
Αρθρογράφος – Ποιήτρια
Ποιητική συλλογή με τα απομιμητικά
παραδοσιακά Δημοτικά τραγούδια -ποιήματα

Μπραβο σας! υπεροχο!