«Αφού λέω τρελάθηκα πια, όμως τώρα μου λέει να με ρωτήσεις κάτι που δεν το ξέρω εγώ» αυτός σκεφτόταν τώρα τι να ρωτήσει ;
«Το βρήκα !» φώναξε πες μου πως είναι το σπίτι του Θανάση στον Παλαμά … «Ξέρω ότι εσύ δεν είχες έρθει ποτέ εκεί να το δεις εγώ πήγαινα δυο φορές την εβδομάδα λέγε».
Δεν πρόλαβε να τελείωση την κουβέντα του .
Η Ηρώ αμέσως άρχισε να βλέπει σαν ταινία πως περπάταγε σε ένα σοκάκι με χώματα φτάνοντας σ΄ένα παλιό σπίτι με αυλή, η βρώμα από τα ζώα έντονη, ήταν τόσο έντονο που έκανε μορφασμούς, από τη μυρωδιά, ανέβηκε τρία σκαλοπάτια και μπήκε μέσα ένα χολ με μια σόμπα από αυτές με τα ξύλα μια φωτογραφεία απέναντι μεγάλη με ένα γέροντα. Δεξιά δωμάτιο και πάλι δωμάτιο αριστερά, μια κουζινούλα με χράμια κάτω στρωμένα και τα δωμάτια πράσινες φλοκάτες. Μια γριούλα καθόταν και έπλεκε κάτι, η κουζίνα μύριζε κρέας κουνιστό πήγε σαν μορφή άυλη φυσικά και είδε το φαΐ κρέας με πατάτες μέσα κοκκινιστό …αυτά του είπε όπως τα έβλεπε.
«Θεέ μου Ηρώ ! Μα πως είναι δυνατόν; όλα όσα είπες έτσι είναι το σπίτι και η γριούλα είναι η γιαγιά του δεν έχει γονείς … Την ώρα που τα έλεγες ρε γυναίκα άλλαζες μορφή λες και δεν ήσουν εσύ»
«Γιατί νομίζεις ότι θυμάμαι …και τι σου είπα πολύ λίγα, μόνο τη μυρωδιά που ζούσα έντονα, το χώμα που πάταγα λες και ήμουν όντως εκεί»
Αυτό ήταν, πουθενά δεν ησύχαζε η Ηρώ, όλο τη ρώταγε και όλα τα έβλεπε … Τελικά αποφασίστηκε την άλλη μέρα να πάνε με τον κουμπάρο τούς έτσι σαν βόλτα … Η συζήτηση μεταξύ της Ηρώς και της Κάτια δε σταμάτησε παρά μόνο όταν κατάφερε να κοιμηθεί η πρώτη, ξημέρωσε και σηκώθηκε να ετοιμαστεί, έφτιαξε το ψωμί που της ζήτησε και κάτω από τον κήπο έκοψε τριαντάφυλλα.
Μετά από λίγο να ο κουμπάρος με τον φίλο του μαζί, να τούς πάρουν, μπαίνοντας στο αμάξι τούς είπε να κάνουν μια στάση πριν ξεκινήσουν για το φέρι.
«Για που ;» ρωτάνε και οι δυο με ένα στόμα χωρείς να το καταλάβει τούς απαντά στο νεκροταφείο .
«Ρε τι λες πρωί- πρωί ;»
«Ακούστε με πάμε λίγο δεν θα αργήσω σας παρακαλώ», κοιτάζονται μεταξύ τούς και ο άντρας τής λέει πάμε θα τα πούμε στο δρόμο ….
Έτσι πήγανε έξω από το νεκροταφείο και ενώ αυτή ποτέ δεν έμπαινε μέσα με το που έφθασαν της λέει ο άντρας της.
«Ηρώ πάμε ;» και όπως πάει να βγει αυτή του πιάνει το χέρι.
«Μόνη μου θα πάω ακούς» Η μορφή της ήταν μιας άλλης πια ,λες και ήταν άλλος άνθρωπος.
Κατεβαίνει από το αμάξι με τα πράγματα στα χέρια και περπάταγε λες και πήγαινέ βόλτα δεν θύμιζε καθόλου την φοβισμένη γυναίκα που ήταν εχθές … Περπάτησε λες και ήξερε που πάει, φτάνοντας διαβάζει
«Κατερίνα Βεργούδη ετών δεκάξι».
Μένει εκεί για λίγο αφήνει τα λουλούδια και κόβει το ψωμί κομματάκια αμέσως την ακούει να λέει ένα «ευχαριστώ πολύ» και φυσικά πουλάκια ήρθαν να φάνε το ψωμάκι, γυρνά να φύγει τότε .
©2023 Αναστασία Βάττη
Αρθρογράφος – Συγγραφέας
