Διήγηση – Ταξίδι στο χθες –

Διήγηση – Ταξίδι στο χθες –

Διήγηση

Πού εν οι άλλοι; Έν θάρτουν οι άλλοι;
Η πρώτη κουβέντα του πατέρα όταν πηγαίναμε στο χωριό. Οι Κυριακές ήταν αφιερωμένες στο πατρικό. Στους γονείς. Σαν ένα τάμα σε άγιο που με αγάπη προσφέρεις.
Δύσκολα περπατούσαμε στην αυλή γιατί η μητέρα είχε φυτέψει παντού λουλούδια. Ότι μυρωδιά, ότι χρώμα μπορείς να φανταστείς.
Το σπίτι, ένα παλιό πετρόκτιστο με δυο υπνοδωμάτια στο ανώι. Κάτω μια μικρή κουζινούλα και το μακρινάρι. Έτσι το λέγαμε.
Στη μέση μια καμάρα που σε ταξίδευε σε χρόνια παλιά. Στους τοίχους κρεμασμένες φωτογραφίες δικές μας και των παιδιών μας. Δύο μεγάλα τραπέζια γεμάτα μπιμπελό και μικρές φωτογραφίες, δεν υπήρχε χώρος να ακουμπήσεις ούτε το τηλέφωνο. Μαξιλαράκια στις πολυθρόνες πλεγμένα από τη μάνα μας. Χρυσοχέρα η κυρία Χρυστάλλα. Φοβερή νοικοκυρά. Όλα άστραφταν! Η μυρωδιά από το ψητό και τα μακαρόνια του φούρνου μας τρυπούσαν τη μύτη. Αργότερα θα μύριζε η σούβλα του πατέρα.
Φτιάξαμε καφέ και καθίσαμε στην αυλή να τον απολαύσουμε, ανάμεσα στους βασιλικούς, τον δυόσμο και διάφορα άλλα λουλούδια. Ομπρέλα από πάνω μας το ανθισμένο γιασεμί.
Τα παιδιά σκορπίζονταν στους δρόμους να παίξουν με τους φίλους που είχαν στο χωριό. Μετρημένα τότε τα αυτοκίνητα, δεν κινδύνευαν από κάτι.
´Περιμένουμε κι άλλους; Να γεμίσω τις σούβλες ´επιμένει ο πατέρας. Τους θέλει όλους. Εννιά παιδιά βλέπετε. Είναι δυνατόν να έρθουν μόνον οι έξι;
Ανάβει τα κάρβουνα και αρχίζει το ψήσιμο. Οι άντρες δίπλα του με τη μπύρα στο χέρι κι αυτός να τους κόβει κομματάκια από τη σούβλα που γυρίζει. ´Φέρτε μαχαίρι. Φέρτε πιάτο και αλάτι. Φέρτε ρίγανη ´. Η μάνα μας παραπονιόταν. ´Δεν μπορεί να κάμει τίποτε μόνος του ´.
Κάποιες φορές, ανάμεσα στα αστεία και τα πειράγματα, τους ξέφευγε και καμιά κουβέντα για πολιτική. Εκεί να ΄βλεπες. Δε συμφωνούσαν όλοι σε όλα, χαμός γινότανε.
Όταν όλα ήταν έτοιμα, βοηθούσαμε τη μάνα να στρώσει τα τραπέζια. Κόβαμε λίγα λεμόνια από τη λεμονιά για το τραπέζι και φωνάζαμε τα παιδιά να μαζευτούν.
Καθόμασταν όλοι, έριχνε μια ματιά ο πατέρας ´μόνον εμείς; Έπρεπε να΄ρθουν κι οι άλλοι.´ Και είμασταν γύρω στα είκοσι άτομα. Τους ήθελε όλους στο τραπέζι της Κυριακής.
Χρόνια αξέχαστα, αγαπημένα !!!
Κάποτε μέναμε μέχρι αργά το απόγευμα. Η μάνα μας μοίραζε ότι φαγητό είχε περισσέψει. Ο πατέρας μας έδινε από μια σακούλα φρούτα και κηπευτικά και φεύγαμε.
Αυτά βέβαια, τότε. Τώρα ο πατέρας ´έφυγε ´και η μάνα ήρθε στην πόλη για να μην είναι μόνη. Τώρα πια τίποτε δεν είναι ίδιο. Δεν μπορεί να είναι ίδιο. Γιατί τον τόπο τον κάνουν οι άνθρωποι και οι άνθρωποι έφυγαν. Όσοι κι αν πάμε, όποιοι κι αν πάμε, τίποτε δεν είναι ίδιο. Και η πολυθρόνα του πατέρα άδεια από τότε που έφυγε. Κανένας δεν κάθισε εκεί. Από πάντα, αν κάποιος του έπαιρνε τη θέση, τον κτυπούσε απαλά στο ώμο και του έλεγε ´ρε κύριε, είναι δική μου η θέση ´. Όλοι ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια. Όμορφοι καιροί, ζεστοί άνθρωποι, αγαπημένες οικογένειες.
Ευχαριστώ τον Θεό που με ευλόγησε να ζήσω όσα έζησα, με τους ανθρώπους που τα έζησα !!!

 

©2023 ΔΕΣΠΩ ΠΗΛΑΒΑΚΗ

Αρθρογράφος – Ποιήτρια

Δέσπω Πηλαβάκη

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΠΟΙΗΤΡΙΑ -Γεννήθηκε και ζει στην Κύπρο. Σπούδασε στην Θεσσαλονίκη, γράφει ποίηση από τα μαθητικά της χρόνια. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές, ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΠΕΙΣΜΑΤΑ - ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΠΑ - ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ - ΤΖΙΥΠΡΟ ΛΕΒΕΝΤΟΜΑΝΑ ΜΟΥ εκδόσεις Νegresco.

Αφήστε μια απάντηση