Διηγήσεις. . .
Φαίνεται πως η βροχή θα ξαναγυρίσει απόψε και η πόλη θα ξεπλένεται όλη νύχτα. Θα ξεπλυθούν οι δρόμοι, οι ξεφλουδισμένοι τοίχοι των παλιών σπιτιών και οι σκέψεις του απελπισμένου αυτόχειρα. Στην είσοδο της πολυκατοικίας απαγκιάζουν χαμηλόφωνες ομιλίες. Το νεαρό ζευγάρι προσπαθεί να επικοινωνήσει σώμα με σώμα μια δική του γλώσσα.
Νεαρά παιδιά με γεύση ποταμού, που απέχουν μια κλωστή αγάπης από τη βύθιση. Παιδιά που σύρθηκαν από ερείπια τέτοιων δειλινών και βγήκαν στο φως, όπως βγήκαν από το σώμα των μανάδων τους, σ’ ένα μέλλον στενότερο κι από μήτρα.
Στο απέναντι τετράγωνο, πορτοκαλιές σπίθες τα φώτα στο τελευταίο πάτωμα φαρδαίνουν όσο κατεβαίνεις – πλατιά φωτεινά ελάσματα.
Σ’ αφήνουν να δεις το καθιστικό που υποφέρει από τα γέλια μιας αναγκαστικής προκατασκευασμένης ευθυμίας που σκορπίζει η τηλεόραση. Ο ηλικιωμένος κύριος παραδομένος στην αγκαλιά της πολυθρόνας του, χασκογελά στη μοναξιά του.
Στο βραδινό θα τραβήξω την καρέκλα και θα καθίσω απέναντί σου. Θ’ απλώσεις το χέρι και θα σηκώσεις μια βρεγμένη τούφα, που πέφτει στα μάτια μου. Θα κοιταχτούμε…
Μπροστά στα μάτια μας ένα ολόκληρο σύμπαν από αιμοφόρα αγγεία, παλλόμενα όργανα κι ανάσες, επιβεβαιώνουν το θαύμα. Δυο πλήρη σώματα, χωρίς υποκείμενα.
Με ρήματα μόνο. Ζούμε. Θυμόμαστε. Αγαπιόμαστε
©2023 Ζαγάρη Κωνσταντίνα
Αρθρογράφος – Λογοτέχνης
