Διηγηματική ιστορία – ΔΙΑΦΑΝΗ ΥΛΗ –

You are currently viewing Διηγηματική ιστορία – ΔΙΑΦΑΝΗ ΥΛΗ –

Διηγηματική ιστορία – ΔΙΑΦΑΝΗ ΥΛΗ –

Διήγημα

Το παράθυρο άνοιξε λίγο ψηλότερα από τα κύματα και ακόμα ψηλότερα από τα βράχια.
-Θα πρέπει να αναβάλουμε την κατάδυση για σήμερα.
Είπε ο Φιλίπ στραμμένος τώρα προς την Αθηνά. Εκείνη φαινόταν να μην έχει αντίρρηση.
-Έχουμε περάσει καλύτερες μέρες, είπε σχολαστικά.
-Ναι, έχεις δίκιο. Ακόμα θυμάμαι τα αερόστατα στην Καππαδοκία. Μακάρι να είχαμε περισσότερο χρόνο πριν το γάμο μου.
Η Αθηνά σφίχτηκε. Μετά από τρία χρόνια γνωριμίας, φιλίας και συγκατοίκησης στο Σαρλε Ρουά δεν θα άντεχε να τον αποχωριστεί. Ο Φιλίπ, κουρασμένος από το ταξίδι, της πρότεινε να επισκεφτούν μια ταβέρνα και να ξεκουραστούν για την αυριανή κατάδυση. Αν και ήταν αρχές του καλοκαιριού, η βροχή δεν έλειψε πάνω από τη θάλασσα της Ικαρίας. Τα λίγα ταβερνάκια που στοιχίζονταν κατηφορικά στο δρόμο άρχισαν να κλείνουν. Τελικά τους δέχτηκαν σε ένα από αυτά. Ένα παλιό ραδιόφωνο στη γωνία έπαιζε παλιά Ελληνικά άσματα. Ο Φιλίπ έμοιαζε κάτι να θυμάται. Η Αθηνά έπιασε την κοφτερή ματιά του.
-Τι;
-Θυμάσαι εκείνο το μαγαζάκι στην Καππαδοκία;
-Ασφαλώς…
-Εκείνη τη μέρα χόρεψες … Και μου άρεσε.
Η Αθηνά τον κοίταξε με έκπληξη. Ήταν πρόθυμος να την παρακαλέσει.
-Αθηνά , θα χορέψεις για μένα…
Η Αθηνά ντράπηκε για τους λίγους θαμώνες στο ταβερνάκι, που τόσα είχε ακόμα να θυμίσει στον Φιλίπ. Εκείνη θυμόταν – αυτός μπορεί και όχι – πως εκείνο το βράδυ στην Καπαδοκία, τη φίλησε μεθυσμένος σε μια άκρη του δρόμου. Τελικά όμως χόρεψε, κάπου ανάμεσα στον ήχο της βροχής και τη μουσική από τα έγχορδα. Όλοι οι θαμώνες τη θαύμασαν και της έδωσαν ρυθμό με τα χέρια τους. Σαν αερικό πάνω στη γη ήταν, που τα αερικά μέσα στις αβύσσους το παραμόνευαν.
Επέστρεψαν στο δωμάτιο, ο Φιλίπ έμοιαζε να γιόρταζε τις τελευταίες ώρες της ελευθερίας του ζαλισμένος. Ξάπλωσαν σε αντικριστά κρεβάτια. Η Αθηνά ήθελε να κοιμάται με το βλέμμα στον τοίχο, ενώ άκουγε τον Φιλίπ να παραμιλά.
-Θυμάμαι όταν γνώρισες τον Ανρί. Ήσουν ξετρελαμένη. Μετά γνώρισα την Ζοζέτ. Αλλά ακόμα, φοβόμουν να μη σε χάσω.
Εκείνη ανοιγόκλεισε αργά τα βλέφαρα.
-Δεν θα με χάσεις , ψιθύρισε αχνά.
Σηκώθηκε με το πρώτο φως της μέρας και κατέβηκε στη θάλασσα για να ετοιμάσει τον εξοπλισμό. Όταν πια όλα ήταν έτοιμα, ο Φιλίπ κατέφθασε με μια τσάντα γεμάτη εφόδια.
-Με πρόλαβες … Αυτό κάνεις πάντα.
Η Αθηνά δεν μιλούσε πολύ. Οι μήνες λιγόστεψαν και έγιναν μέρες. Τις μετρούσε στα δάχτυλα και ένιωθε πως κάτι πρόκειται να συμβεί. Σε λίγο η στεριά χάθηκε από τα μάτια τους. Η θάλασσα, έμοιαζε ήρεμη και στερεή σαν λάδι. Ο Φιλίπ, ξεντύθηκε και μέσα από τα ρούχα του αποκαλύφθηκε η στολή κατάδυσης. Κοίταξε στην άλλη πλευρά της βάρκας ανυπόμονος.
-Φιλίπ.
-Ναι;
-Δεν θέλω να γυρίσουμε πίσω.
Ο Φιλίπ μούγκρισε αγανακτισμένος. Η Αθηνά έφερε αντίρρηση για αυτό το γάμο από την αρχή.
-Γιατί το κάνεις αυτό , φώναξε, γιατί δεν το δέχεσαι!
Εκείνη τινάχτηκε από την άλλη άκρη της βάρκας και έχοντας ξεχάσει κάθε γλώσσα που γνώριζε ούρλιαξε.
-Είσαι τόσο βλάκας λοιπόν ! Τι δεν καταλαβαίνεις, σε απατάει!
Ο Φιλίπ πήρε θέση και άρχισε να βρίζει σε όλες τις γλώσσες που γνωρίζουν οι κάτοικοι του Βελγίου. Της είπε ότι έχει κολλήσει μαζί του γιατί δεν μπορεί να είναι με κανένα. Τότε, σε μια στιγμή κρίσης και παραλογισμού η Αθηνά ευχήθηκε να μην τον είχε γνωρίσει ποτέ. Ο Φιλίπ απέμεινε να την κοιτάζει αποχαυνωμένος. Ήταν τυφλός ή απλά απέφευγε να δει το πόσο πιστά και ειλικρινά τον αγαπούσε.
Εν τέλει, έπεσε στο νερό μόνος. Η Αθηνά κουλουριάστηκε στην άκρη της βάρκας. Ένιωσε τα ρεύματα του νερού να δυναμώνουν κάτω από αυτή. Τα μάτια της έκλειναν, σαν κάποιο παλιό τραγούδι να την νανούριζε. Ένα μουρμούρικο τραγουδάκι, που έβγαινε από το στήθος μιας γυναίκας ηχούσε στα αυτιά της.
7:10 -ο παφλασμός από τα κύματα την απόσπασε από τον ύπνο . Μέσα στη ζάλη της ψιθύρισε το όνομά του.
7:25 – ένας κρύος και σταθερός αέρας απλώθηκε πάνω από τα νερά τις θάλασσας.
7:40 – ο δυνατός κρότος την ξύπνησε απότομα. Η φιάλη του οξυγόνου επέπλεε άδεια , δίπλα στα πλευρά της βάρκας.
Στάθηκε στα πόδια της χωρίς άλλη σκέψη. Η ερημιά άπλωσε στη ψυχή της ένα ρίγος. Που ήταν ο Φιλίπ; Γιατί δεν ανέβηκε ακόμα; Μια φράση, γεμάτη από φόβο και κλάμα γλίστρησε μέσα από το στήθος της.
-Φιλίπ …ΦΙλίπ ! Που είσαι!
Έπεσε στα σκοτεινά νερά απροστάτευτη. Και αυτό το σκοτάδι, δεν θα ήταν πολύ διαφορετικό από της κόλασης. Η θάλασσα την απωθούσε και το υπόγειο ρεύμα την έσπρωξε στη επιφάνεια. Δεν είχε καμιά ελπίδα να τον φτάσει. Δεν θα τον έβλεπε ποτέ ξανά. Η κραυγή της σκόρπησε στον τριγύρω με απελπισία.
ΦΊΛΛΙΠΕ!
Ένας νεαρός ψαράς που μπάλωνε τα δίχτυα του στην ακτή άκουσε τις φωνές της και έσπευσε να βοηθήσει. Το λιμενικό κατέφθασε μισή ώρα αργότερα .Όμως κανένας δεν κατάφερε να τον βρει τον Φίλλιπο , ή έστω ένα δείγμα αν ζει η αν πέθανε. Σαν κάτι να τον άρπαξε.
Έτσι, μετά από ένα δικαστήριο και καταπίεση από τις βελγικές αρχές, ακολούθησαν δύο χρόνια απομόνωσης και πολλών ηρεμιστικών. Η Αθηνά δεν μπορούσε να ησυχάσει. Κάποτε άνοιξε ξανά την πόρτα στο ίδιο δωμάτιο που μοιράστηκαν. Κοίταξε ευσυγκίνητη τριγύρω. Γύρισε πίσω, για να μπορέσει να τον αισθανθεί ξανά κοντά της. Και ίσως κατάφερνε έστω για λίγο , αν το τηλέφωνο δεν είχε χτυπήσει.
-Εμπρός…
-Καλημέρα Αθέν… Εδώ Ζοζέτ.
Τα μάτια της Αθηνάς έλαμψαν επικίνδυνα.
-Πως το ξέρεις ότι είμαι εδώ …
-Μίλησα με την μητέρα σου χτες το απόγευμα.
-Δεν ήταν ανάγκη να με πάρεις.
-Πέρασαν δύο χρόνια Αθέν.
Επικράτησε μια ολιγόλεπτη σιγή. Η Αθηνά είχε πλέον αλλάξει. Και η φωνή της το φανέρωνε περίτρανα.
-Είπες σε όλους ότι τον σκότωσα.
Η Ζοζέτ προσπάθησε να δικαιολογηθεί .
-Ξέρεις ότι τον αγαπούσα…
-Προχώρησες πολύ γρήγορα όμως!
Ξανά σιγή. Η Αθηνά είχε πλέον καταλάβει ότι κανείς δεν αγαπούσε τον Φιλίπ όπως αυτή. Κανένας δεν τον θρήνησε όπως αυτή. Πενθούσε σιωπηλά για εκείνον , κάθε λεπτό της ζωής της.
Σε παρακαλώ. Μη με ξαναενοχλήσεις.
Έκλεισε το τηλέφωνο απότομα, για να μην ξυπνήσει πάλι ο εφιάλτης. Και η μέρα ήταν συννεφιασμένη σαν και τότε. Άλλαξε ρούχα και βγήκε ξανά στο δρομάκι που κατηφόριζε. Ένα μικρό ανθοπωλείο στεγαζόταν τώρα στη θέση της μικρής ταβέρνας. Η Αθηνά διάλεξε λίγα άνθη και ζήτησε να της φτιάξουν ένα στεφάνι. Τα βήματα της αέρινα και ασυναίσθητα την οδήγησαν στην παραλία. Τα νερά το δέχτηκαν μέσα τους και το παρέσυραν στα βάθη τους. Θυμήθηκε τα λόγια της αποκάλυψης, που έλεγαν ότι η θάλασσα θα φέρει πίσω τους νεκρούς της.
«Σαν να ήταν χτες »
Η Αθηνά κοίταξε με βλέμμα αγριωπό πίσω της. Αναγνώρισε αυτά τα στρογγυλά μάτια και τα περίεργα ζυγωματικά.
«Είσαι ο ψαράς που με τράβηξε έξω»
Ο ξανθωπός άντρας χαμογέλασε κάτω από το περίεργο βλέμμα του.
-Είσαι η γυναίκα του Φιλίπ.
-Me , no!
Αποκρίθηκε εκείνη, με κρυφό πόνο. Του εξήγησε ότι ο αείμνηστος υπήρξε καρδιακός της φίλος. Εντελώς ασυναίσθητα , άναψε ένα από τα βέλγικα πούρα της και άρχισε να το καπνίζει με μανία. Φύσαγε τον καπνό και ξεφύσαγε πάνω στο ελαφρύ κύμα της θάλασσας. Γύρω ακόμα άναβαν φώτα. Στους δρόμους ,στα σπίτια , στα μαγαζιά. Έμοιαζε νύχτα και ας μην ήταν. Ο Ψαράς της έδειξε την μικρή καλύβα που στεγαζόταν λίγο πιο πέρα. Την προσκάλεσε να έρθει μέσα για να αποφύγει της ψιχάλες.
«Δεν το περίμενα ότι θα δεχτείς»
Είπε προσφέροντας της μια πήλινη κούπα. Η Αθηνά τον κοίταξε με θάρρος.
-Ακόμα κι αν θέλω να είμαι μόνη, δεν επιτρέπεται.
Ο Δαμιανός , όπως λεγόταν ο ψαράς μας, κάθισε δίπλα της.
Κοιμήθηκα στη βάρκα. Άκουσα ένα περίεργο τραγούδι, σαν κάποιος να το ψιθυρίζει στα αυτιά μου… και ξάφνου, μέσα στον ύπνο μου, ένιωσα ένα χέρι να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Να, κάπως έτσι.
Και άπλωσε τα μακριά της δάχτυλα και τα πέρασε ανάμεσα στις ανάκατες τούφες των μαλλιών της. Ο Δαμιανός δεν παραξενεύτηκε. Με τη σειρά του, είχε και αυτός μια ιστορία να πει.
Κάποτε, μια μάνα, είδε τους Σαρακινούς να παίρνουν τα παιδιά της. Πάτησε πάνω στο νερό να τα βρει. Την στείλανε στον πάτο της θάλασσας. Από τότε, μια γραμμή χωρίζει το Αιγαίο από το Ικάριο πέλαγος. Και εκείνη, λένε, ψάχνει ένα παιδί, που να το έχει για δικό της. Η αγάπη… Η αγάπη δεν έχει σταθμά και όρια.
Η Αθηνά γούρλωσε τα μάτια και είδε τον Φιλίπ μπροστά της να της λέει : Αθεν! Κοίτα αυτή τη γραμμή εδώ. Και ύστερα να γελάει με παιδική αφέλεια, πριν ο θυμός τον σπρώξει στα νερά. Σύντομα ένιωσε το σώμα της να μουδιάζει. Ο Δαμιανός την σήκωσε και την έβαλε να ξαπλώσει στο μικρό ντιβάνι. Γονάτισε δίπλα στο κουρασμένο κορίτσι και απέμεινε να χαζεύει για ώρα την παράξενη ομορφιά του.
Και ευγνωμονούσε τα ρεύματα, σαν να ήταν η μέρα εκείνη, που την φέρανε μπροστά του. Δεν ήθελε να την αποχωριστεί. Είχε πολλά να της πει και να της δείξει. Ξεκινούσε με το πρώτο φως και σταματούσε με το τελείωμα της μέρας. Κάποιες φορές ,σφιγγόταν γύρω από τη μέση ή το μπράτσο της, λες και εκείνη επρόκειτο ξαφνικά να χαθεί. Και ποτέ δεν έπλευσαν μαζί, γιατί φοβόταν πως η θάλασσα θα την πάρει πίσω, έτσι όπως την έφερε. Κάπως έτσι, προσπάθησε να τη βγάλει από τη σκιά του Φιλίπ.
Κάποτε χτένισε τα σγουρά ξανθά μαλλιά του στο πλάι. Φόρεσε ένα μαύρο πουκάμισο και στάθηκε καρτερικά έξω από το μικρό ξενοδοχείο. Εκείνη εμφανίστηκε τυλιγμένη μέσα σε άσπρο φόρεμα. Ο Δαμιανός είδε την λυτή ομορφιά της και δόξασε μέσα του όλο τον κόσμο.
Πρόθυμος ήταν να της φέρει τη χαρά. Και θαρρούσε πως ευτυχισμένη ήταν, όταν τα μάγουλα της κοκκίνησαν από το κρασί και τα μαλλιά της έπεφταν ανέμελα στους ώμους. Η Αθηνά χόρεψε, σαν να βρήκε το βήμα της μετά από χρόνια. Δεν γινόταν ανθρώπου μάτι να μην τη χαρεί. Πως λοιπόν να μην την χαρούν τα δικά του. Σαν έπεσε το κατασκόταδο και βγήκαν πάλι στο λιθόστρωτο δρομάκι την αγκάλιασε και την κοίταξε με επιθυμία. Η Αθηνά είδε τον Φιλίπ να της χαμογελά μέσα στην ζάλη της μέθης. Τόσες μέρες είχε χαθεί από τη σκέψη της. Μα που ήταν….
«Φίλησε με …»
Του είπε μέσα στη δροσιά της βραδιάς. Ο Δαμιανός την ασπάστηκε ,μα εκείνη ένιωσε τα χείλη κάποιου άλλου. Και η μυρωδιά του, ήταν γεμάτη άγρια άνθη. Μα εκείνη οσμίστηκε το πεύκο, στο κορμί κάποιου άλλου. Τίποτα δεν ήταν όπως το έβλεπε. Μα αυτό φανερώθηκε στο σήκωμα της αυγής. Ο Δαμιανός στριφογύριζε στο δωμάτιο της ντυμένος πρόχειρα. Το σφιχτό του κορμί διαγραφόταν κάτω από την κανοτιέρα.
-Πως γίνεται αυτό;
Ο Δαμιανός τραβήχτηκε δίπλα της. Κάθισε στο στρώμα και έψαξε τα κατάλληλα λόγια.
-Είναι τόσο παράξενο, αλλά τόσο εύλογο μαζί, που τίποτα δεν κρατάει από το να έρθω μαζί σου.
-Τι εννοείς ;
-Άκουσε με. Δεν υπάρχει τρόπος να το εξηγήσω… Είμαι γεμάτος από έρωτα.
Η Αθηνά συνοφρυώθηκε.
-Ήθελες να ξεχάσω τον Φιλίπ. Όμως χτες το βράδυ ήμουν μαζί του.
Ξάφνου ο Δαμιανός σηκώθηκε και κλότσησε αγανακτισμένος το σκαμνί δίπλα του. Ήταν τόσο σίγουρος μέχρι το προηγούμενο βράδυ.
«Πότε θα το πάρεις απόφαση! ΠΕΘΑΝΕ, Αθηνά! Δεν πρόκειται να γυρίσει».
Η Αθηνά οργίστηκε. Τίποτα μέσα της δεν μπορούσε να αποδεχτεί το γεγονός.
«Δεν θέλω να σε δω ποτέ ξανά. Φύγε».
Ο Δαμιανός έφυγε πικραμένος. Για λίγο μόνο νόμιζε ότι στάθηκε πιο πάνω από τις σκιές. Ήταν ανώφελο, όμως μέσα του ήλπιζε ότι η Αθηνά θα λογικευτεί μετά από το βράδυ που πέρασε μαζί της. Ποιος είπε όμως ότι η Αθηνά έχει τρελαθεί;
Όλη τη μέρα δεν πήρε ένα σημάδι της. Η θάλασσα φούσκωσε ξανά και τα λιγοστά σύννεφα του ουρανού χαμήλωναν πάνω από την Ικαρία. Άλλη μια μέρα θα πήγαινε χαμένη, με τα δίχτυα του στεγνά. Το απόγευμα κρύες σταγόνες πέφτανε ορμητικά και πλήγωναν τα σανίδια της καλύβας.
Σίγουρα θα είχε πλέον φύγει. Έτσι νόμιζε, ώσπου ένα πρωί, που το σώμα του είχε μουδιάσει από ώρα στο μικρό ντιβάνι, άκουσε τα σανίδια της βάρκας να θρύβουν πάνω στο αμμοχάλικο. Τύλιξε γύρω του ένα καρό πουκάμισο και έτρεξε έξω. Ήταν πολύ αργά. Η Αθηνά έφυγε, την πήρε η θάλασσα. Και το υπόγειο ρεύμα την τράβηξε ευθεία στο θάνατο.
Το κάτω χείλος του έτρεμε και στο τέλος φώναξε το όνομα της. Οι γλάροι που ήρθαν να σημάνουν την φουρτούνα τρόμαξαν και έφυγαν.
Τι σημασία έχουν όμως όλα αυτά; Αφού η αγάπη δεν έχει σταθμά και όρια, οι άνθρωποι θα βρεθούν εκεί που κάποτε χαθήκανε. Η Αθηνά πάτησε στην άκρη της βάρκας με γυμνά πόδια. Ήταν απίθανο, όμως γεμάτη απόφαση είπε: Θα έρθω να σε βρω. Σε όποιο ύψος και βάθος , φτάνει ο κόσμος.
Ρίχτηκε στο σκοτάδι, χωρίς να περιμένει πια κάτι λογικό να συμβεί. Μόνον το θαύμα ότι θα τον φέρει πίσω. Και όπως το γαλάζιο της θάλασσας γινόταν μπλε και το μπλε της γινόταν άβυσσος, ένα χέρι πετάχτηκε μέσα από αυτή και την τράβηξε στο βυθό της.

Κάποτε ξύπνησε. Δεν κατάλαβε το που. Τριγύρω περιφέρονταν άνθρωποι ντυμένοι στα άσπρα. Ήταν ο παράδεισος; Κανείς δεν στάθηκε να της πει.
«Σώζονται πολλοί πνιγμένοι αυτές τις μέρες» είπε μια γυναίκα με μια ποδιά σφιγμένη γερά πίσω από τη μέση της»
Η Αθηνά κατάλαβε. Βρισκόταν στο θάλαμο ενός νοσοκομείου. Είχε φτάσει. Ήταν τόσο κοντά. Τράβηξε τις συσκευές από το τα χέρια της και σηκώθηκε ζαλισμένη ακόμα από το λήθαργο. Στο διπλανό θάλαμο των επειγόντων περιστατικών, ξάπλωνε ένα άγνωστος άντρας που τον ξέρασε η θάλασσα. Ακούγονταν φωνές που λέγανε ότι ο άνθρωπος ταυτότητας. Αλλά εκείνη ήξερε. Χωρίς καμία δύναμη πλέον στο σώμα της, άγγιξε τρυφερά το χέρι του πνιγμένου. Και να, που η αγάπη κάνει πιθανά τα απίθανα.
Τα μάτια του ανοίξανε. Το χρώμα τους είχε ξεθωριάσει από τη μνήμη της Αθηνάς.
«Αθέν….» είπε εκείνος πίσω από την βαριά μάσκα. Τα χέρια σφίχτηκαν μεταξύ τους και ένιωσαν τον αδύναμο σφυγμό.
Αθέν… Θα χορέψεις για μένα;
Εκείνη έγνεψε πως ναι. Και στα μάτια της, έτρεξαν ανύποπτα δάκρυα ευτυχίας.

 

©2024 Μαρία Μίγκλη

Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Μαρία Μίγκλη

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - ΠΟΙΗΤΡΙΑ - Ονομάζομαι Μαρία Μιγκλη. Γεννήθηκα στις 8/12/92. Είμαι βοηθός νοσηλευτή. Άρχισα να ξεδιπλώνω τον εαυτό μου στο χαρτί στα 15 μου χρόνια γράφοντας ένας εφηβικό διήγημα με τίτλο «Ο Άγγελος μου» όπου δύο έφηβοι ερωτεύονται και γίνονται γονείς σε μια πολύ νεαρή ηλικία. Συνέχισα να γράφω κάποια διηγήματα και δημοσιεύοντας ποιήματα σε εφηβικά περιοδικά, ανακαλύπτοντας με τον χρόνο πως οι λέξεις χρωματίζουν μόνο με την αγάπη και το μεράκι του δημιουργού ,ότι ο λόγος έχει τη δύναμη να ενώνει η όπως έλεγαν οι πρόγονοι μας να δυναστεύει. Στα 21 μου χρόνια δημοσίευσα το διήγημα «Ένα λουλούδι πριν φύγεις» στη Συλλογή έρωτες στα Δωδεκάνησα των εκδόσεων Βερρετα. Το διήγημα αφηγείται τον τραγικό έρωτα ενός ζευγαριού στα πρόθυρα του Β Παγκόσμιου πολέμου. Έπειτα συμμετείχα σε διαγωνισμούς ποίησης. Ενα από τα ποιήματα είναι και το ποίημα «Μνήμη». Το καλοκαίρι του 2018 , κερδίζω την 9η στις 20 θέσεις του διαγωνισμού διηγήματος , από τις εκδόσεις ΕΛΚΥΣΤΉΣ. Το Διήγημα μου με τίτλο «Το άγρυπνο της βλέμμα» περιέχεται στη συλλογή ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΆΣ , και μας εξιστορεί ,τον έρωτα ενός βετεράνου στρατιώτη για μια νοσοκόμα και την αναζήτηση της. Τον τελευταίο καιρό συμμετέχω στο περιοδικό ΚΕΦΆΛΟΣ. Το 2023 , εκδίδω το πρώτο μου παραμύθι με τίτλο Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ . Ένα παραμύθι γραμμένο με αγάπη για την ανθρωπιά , την καλοσύνη και την ανιδιοτέλεια , από της εκδώσεις ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ .

Αφήστε μια απάντηση