Διηγηματική Ιστορία . . .
Κάθομαι επί ώρες στην άκρη του ομολογουμένως ευρύχωρου κρεβατιού με ένα παράξενο ρίγος να διαπερνάει το κορμί μου. Το στόμα μου έχει ήδη ξεραθεί, αλλά ο εγκέφαλος δε δίνει εντολή στο χέρι να πιάσει το ποτήρι με το νερό, που βρίσκεται πάνω στο κομοδίνο. Οι σκέψεις ξεκινούν πάλι το τυραννικό σφυροκόπημα της συνείδησής μου, κάνοντας την ανάσα μου να βγαίνει κοφτή κι ακανόνιστη. Το ποτήρι μάλλον επιβάλλει με το δικό του τρόπο την αναγκαιότητά του κι έτσι δίχως να το καταλάβω τα χείλη μου ακουμπούν πάνω στην κυρτή του επιφάνεια.
Το τηλέφωνο χτυπάει βανδαλίζοντας αυτή την αλλόκοτη ηρεμία που έχει απλωθεί στο δωμάτιο. Αποφασίζω να το αγνοήσω. Κάθομαι οκλαδόν, του γυρίζω την πλάτη και κλείνω τα αφτιά μου μ΄ένα αφελή σχεδόν παιδιάστικο τρόπο. Το τηλέφωνο όμως δεν ανταποκρίνεται στα θέλω μου και συνεχίζει ακάθεκτα.
“Άντε πια με σένα!”
Φωνάζω δίχως να μπορώ να ορίσω καθόλου τα ντεσιμπέλ της φωνής μου.
“Θεία ο Κωνσταντίνος είμαι και πήρα να σου πω χρόνια πολλά για τα γενέθλιά σου! Να ξέρεις πως σου ετοίμασα μια κάρτα αλλά δεν ξέρω αν βγήκε πολύ καλή, εγώ προσπάθησα πάντως”.
Τα βλέφαρά μου ανοιγοκλείνουν ασταμάτητα νομίζοντας πως έτσι θα αποτρέψουν την κατηφορική πορεία των δακρύων συγκίνησης. Αυτό το παλικαράκι το έχω μέσα στην καρδιά μου! Ξάφνου η θλίψη αυτοδιαλύεται, χάνεται μ’ έναν τρόπο μαγικό. Φιγούρες σε σχήματα πρωτόγνωρα για μένα, φιγούρες στα πιο φωτεινά χρώματα, χορεύουν εύθυμα μπροστά μου. Νεράιδες το σκάνε από τα παραμύθια τους και μ’ ακουμπούν με το ραβδάκι ευτυχίας τους.
Ένα χαμόγελο πλατύ θρονιάζεται στο πρόσωπό μου.
«Έχω σύμμαχο την αγάπη του ανιψιού μου, τίποτα άλλο δε χρειάζομαι» σκέφτομαι.
“Γλυκέ μου σε ευχαριστώ πολύ. Θα περάσεις λες με τη μαμά κατά τις οκτώμισι για να κόψω την τούρτα ;” τον ρωτάω.
“Ναι θα μπορέσουμε θεία. Θα είναι κι άλλοι εκεί;”
“Υποθέτω πως όχι καλέ μου…” του λέω αλλά πλέον δε με στεναχωρεί.
Ας εξαφανίστηκαν όλοι από τη ζωή μου, μόλις με βρήκαν τα δύσκολα. Μου αρκεί να έχω εκείνον, μου αρκεί.
©2023 Christina Karra
Αρθρογράφος – Συγγραφέας
