Ποίημα
Ακόμη θυμάμαι…
Ποτέ δε θα ξεχάσω εκείνον τον τελευταίο ψίθυρο…
‘Που πάει η αγάπη η καταραμένη;’
Μετά, με σκυμμένο το κεφάλι,
με δεμένο το ζωνάρι… ντυμένος φυγή,
πήρες το μονοπάτι για την έρημη γη.
Δε σε σταμάτησα… δεν άντεξα, γιατί εγώ ξέρω
που πάει η αγάπη που την έχουν καταραστεί…
Κλαίει τις νύχτες κάτω από πέτρινα γεφύρια,
γυμνή, παγωμένη, σιωπηλή.
Πνιχτές ανάσες που φοβίζουν,
που θυμίζουν παραδομένη ζωή.
Σκιές φιλιά που αιωρούνται σαν φαντάσματα
γύρω από ερωτευμένους και μικρά παιδιά.
Παγωμένα χάδια που πέτρωσαν
κι ούτε μαχαίρι, ούτε φωτιά
μπορούν να τα ζεστάνουν.
Μια άμοιρη γριά, που δεν είναι ούτε μάγισσα,
ούτε νεράιδα, ούτε αγαπητικιά,
που φοβάται τα κόκκινα πουλιά,
που τρομάζει τα όνειρα τα ελεύθερα,
όταν παίζουν ξένοιαστα πάνω στα λουλούδια,
όταν κρύβονται ανάμεσα στα καταπράσινα κλαδιά.
Κρύβεται σε μέρη
που η ζωή έχει απαρνηθεί το φως, την αυγή,
που ο φόνος είναι ευλογία,
το αίμα αντίδωρο και προσευχή.
Δίπλα από ιτιές που παραφυλάνε νεράιδες
που κλέψαν αγάπες και ευχές.
Κοντά σε νεκρούς που δε διαβάστηκαν, που δε θάφτηκαν,
που ακόμη αναζητούν τη συγχώρεση, τη Θεία Κοινωνία.
Οι καταραμένες αγάπες μάτια μου
ζουν αιώνια ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι
εκεί, σε μια γωνιά,
παρατηρώντας τη ζωή να φεύγει αργά
και την ψυχή να λιώνει σαν τ΄αναμμένα κεριά…
©2023 Μαρία Σταυρίδου
Αρθρογράφος – Λογοτέχνιδα

Αρκετά ενδιαφέρον ποίημα και γεμάτο σκέψεις… αληθινές..