Ποίημα
Νέος χρόνος ήρθε τώρα
και η υπομονή ωριμάζει την αγάπη,
τα χρώματα μαγικά,
οι αντιθέσεις αγαπημένες.
Κάναμε ειρήνη με τους ανέμους,
άπλετο το φως που μας αγκαλιάζει,
πόθοι κατάβαθοι γαληνεύουν.
Τα λόγια, μελίσσια γύρω απ’ τις πηγές,
τα όνειρα ολόλευκα.
Η «τύχη» δείχνει το γελαστό της πρόσωπο,
το αεράκι τής χαϊδεύει τρυφερά τα μαλλιά.
Τα ποτάμια βιάζονται να συναντήσουν τους αντάρτες
που στήσαν χορό μέσα στη νύχτα,
ένας σταυραϊτός ερωτεύτηκε τ’ απόκρημνα βράχια.
Το συρματόπλεγμα με τις μεγάλες σιωπές σωριάζεται,
τα δίκαννά, μετανιωμένα, αφήνουν ελεύθερα τα πουλιά,
ποιος θέλησε να θυμώσει τον άνεμο;
Κάποιος ναύτης απ’ τη βαρκούλα του χαιρετάει το ξημέρωμα.
Οι σειρήνες διαλέγουν τη θνητότητα
κι ακολουθούν τον Οδυσσέα γελαστές.
Η σοφία παρασέρνει τα πιόνια απ’ τη σκακιέρα όλα.
Παίζουν ελεύθερα τους ρόλους τους τώρα
στο θεατρικό σανίδι με τις πολλές ευχές.
Ο «βασιλιάς» κοιτάζει περίλυπος το στέμμα του
κι ο «τρελός» χορεύει ανάλαφρα στα κράσπεδα της αιωνιότητας.
Οι πηγές τρέχουν ολόδροσες στις χούφτες των παιδιών.
Το πρώτο χελιδόνι άργησε πολύ.
Σαλπάρει όμως, κι όπου να ’ναι θα φανεί.
Με το πρώτο καράβι έρχεται.
Ραμφίζουν οι πελαργοί τα παραθύρια,
οι ναυαγοί σκουπίζουν το δάκρυ της υπομονής,
κι ο χρόνος ο μεγαλοπρεπής,
όλο υποσχέσεις απλόχερα μοιράζει
και συνεχίζει να μας προσκαλεί στα πανηγύρια του ήλιου.
©2024 Ιωάννα Αθανασιάδου
Αρθρογράφος – Ποιήτρια
Ποίημα απ’ το βιβλίο ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΣΙΩΠΕΣ,
εκδόσεις Βεργίνα.

Υπέροχη ποίηση. Ένας βαθύς κατασταλαγμένος λόγος, μια σκέψη που ξεχωρίζει.