Ποίημα
Ξάφνου ξεπρόβαλλες εκεί,
εκει,
στου ονείρου μου την άκρη,
είδα τα μάτια σου να λαμπιρίζουν από μακριά,
άκουσα ήχους
σαν Θεού την ψαλμωδία
μα η φωνή ήταν δική σου
πασπαλισμένη ζάχαρη κρυσταλλική,
γλυκιά, θερμή, και τόσο ξεχασμένη.
Άρχισαν τα μάτια
ν΄ακούνε το σολφέζ,
και τα αυτιά να βλέπουν
πίνακες βαμμένους με χρώμα ανεξίτηλο
έντονο κόκκινο, το κόκκινο του πάθους,
που μες το δέρμα έχει τρυπώσει
μπασταρδεύοντας το αίμα
της καρδιάς.
Εκεί ξεπρόβαλλες
στου ονείρου μου την άκρη.
Το χέρι άπλωσα
για να σ’ αγγίξω
μα η φωτιά του εγωισμού
μου έκαψε τη σκέψη μονομιάς,
τοίχοι θεόρατα υψώθηκαν
μπροστά σου,
κι η ψαλμωδία
ακουγότανε
ακόμα σαν ικεσία,
σαν προσευχή
στο χτες του λάθους
να ζητάει
ελεημοσύνη.
Δάκρυσα,
μάζεψα τα διαλυμένα μου κομμάτια,
σ’ ένα κουτί ονομασμένο
ευτυχία
τα τοποθέτησα
με τάξη,
εκεί προσπάθησα
να κρύψω την αταξία
της ψυχής,
από έναν κόσμο,
που με θέλει
να γελώ.
Εκεί ξεπρόβαλλες
στου ονείρου μου την άκρη.
©2024 Καλλιόπη Θωμά
Αρθρογράφος – Ποιήτρια – Συγγραφέας
