Αφήγημα – Μικρή ιστορία, σχεδόν αληθινή –

You are currently viewing Αφήγημα – Μικρή ιστορία, σχεδόν αληθινή –

Αφήγημα – Μικρή ιστορία, σχεδόν αληθινή –

Αφήγημα

Ανήμερα της γιορτής της. Κάθεται αποκαμωμένη, ξυπόλυτη με τα πόδια της καψαλισμένα. Σε ένα απομεινάρι από κομμένο κορμό δέντρου – τι ειρωνία και τούτη- για κάθισμα. Ξυπόλητη, τα πόδια της ανοιχτά με την κοιλότητα που σχηματίζει το ύφασμα της πρόχειρης, φαρδιάς ρόμπας της μάνας της, να καλύπτει το κενό ανάμεσά τους. Το κεφάλι της, αναμαλλιασμένο, βαστά μέσα στις δυο παλάμες της, έχοντας τους αγκώνες στηριγμένους πάνω στα γδαρμένα γόνατα. Ολόγυρα ένα άφιλο, αποκρουστικό τοπίο με μυρωδιές καμμένου πλαστικού, χαρτιού, πεύκου, ξύλου, υφάσματος ανακατωμένες. Τα μάτια υγρά είτε από την καψάλα , είτε από τα δάκρυα, με κόπο τα ανοίγει. Και για να δει τι;
Απέναντι, στην άλλη πλευρά του δρόμου ένα κουφάρι, αυτό που ώρες πριν ήταν ακόμα σπίτι τους.
Εκείνος ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στις φονικές πευκοβελόνες, ντυμένος με τίποτα περισσότερο από ένα κοντό πανταλόνι, να προσπαθεί να βρει τις ανάσες του.
Τα παιδιά τα είχαν φυγαδεύσει έγκαιρα με τη γιαγιά που μπόρεσε να οδηγήσει ως το σπίτι της στην ακριβώς απέναντι πλευρά απ’ αυτήν που έγινε η καταστροφή, σε κάποιο ασφαλές προάστειο της πόλης.
Εδώ, όλο το βιός τους ένα ζέον σκουπιδαριό.
Κάποια χαρτιά, κάποια κοσμήματα με αξία κυρίως συναισθηματική και τη στεφανοθήκη μαζί με τα στέφανα. Ακόμα μερικά εικονίσματα, που είχε εκείνος από τον παππού του. Και φάρμακα. Αυτά ήσαν όλα κι όλα που κατόρθωσαν να σώσουν.
Απ’ το αμάξι τους ένα μεταχειρισμένο που λογάριαζαν να το αλλάξουν με την καινούρια χρονιά, ένα ξεδιάντροπα γυμνό σασί είχε μείνει, πασαλειμμένο με λιωμένα πλαστικά και καουτσούκ.
Εκεί στο ημιυπόγειο του σπιτιού, στέγαζαν και το εργαστήρι τους. Χαράκτες κι οι δυό με τρία χρόνια διαφορά αποφοίτησης από την Καλών Τεχνών. Κάηκε κι αυτό. Και οι μήτρες. Όλα. Χαράξεις είτε πάνω σε ξύλο, είτε πάνω σε λινόλεουμ. Οξειδώσεις ένα σωρό. Όλα τα χρώματα, τα οξέα, τα υλικά καταστράφηκαν και η πρέσα σίγουρα θα υπέφερε από τις διαστολές και της συστολές των μετάλλων.
Δουλειά τριάντα χρόνων και βάλε.
Κοιτά γύρω του και το πρώτο πράγμα που είδε ήταν μια δερμάτινη ζωστήρα πεταμένη. Και ψηλά, από πάνω του να χάσκει ένα γερό κλαδί. Αμέσως ο νους του πήγε στο κακό. Αλλά συνήλθε γρήγορα. Είχε παιδιά. Ενα αγόρι 14 και τη μικρή τους 11 χρόνων. Κι έπειτα τη Μαρία την λάτρευε.
Σηκώθηκε με ένα τίναγμα και με δυο δρασκελιές βρέθηκε πίσω της. Γονάτισε και την αγκάλιασε.
Στα μπράτσα του ένιωσε την υγρασία από τα μάγουλά της καθώς εκείνη έχωσε το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια του.
-Τίποτα δεν χάθηκε αγάπη μου, της ψιθύρισε στο αυτί.
Κι εκείνη, αχ, πόσο ήθελε να τον πιστέψει…

 

2024 Dimitris Kanellopoulos
Αρθρογράφος * Συγγραφέας

Δημήτρης Κανελλόπουλος

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960 με καταγωγή από το Λαύριο Αττικής. Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο Πρότυπο Γυμνάσιο το 1978. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Παρίσι και παρακολούθησε μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης στη Σχολή του Λούβρου. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την Γραφιστική και τις Εκδόσεις σαν ελεύθερος επαγγελματίας με δικό του γραφείο μέχρι το 2016. Μιλά άπταιστα τη Γαλλική και ικανοποιητικά την Αγγλική γλώσσα.  Περπάτημα, κινηματογράφος και ζωγραφική κυριαρχούν στον ελεύθερο χρόνο του. Έχει δυο παιδιά,την Κατερίνα και τον Κωστή. Ζει και γράφει στην Αθήνα.

This Post Has One Comment

Αφήστε μια απάντηση