Αφήγημα
Τα χείλη σου, διάφανες ανάσες ενος άλλου Θεού.
Του δικού σου και του δικού μου.
Γέφυρες που έχτισες για να διαπεράσεις μέχρι τα έγκατα της ομορφιάς σου. Της ατίθασης αυτής ομορφιά, που καρφώνει σαν βέλος την ύστατη μορφή των λέξεων σου. Της έντεχνης ελληνικής όψης του παρελθόντος. Δώσε μου κι άλλο κόκκινο από τα χείλη σου.
Φόρεσε μου το σαν πανοπλία σταυροφόρων.
Σαν κάστρο που θα με προστατέψει, που θα βάψει το κορμί μου και θα το κάνει αόρατο.
Άσε με να σε θέλω στα όνειρά μου.
Άσε με να πετάξω μαζί σου, σε ξένα λιμάνια, απόρθητα, γεμάτα λάσπες, βρώμα και δυσωδία, που θα το καθαρίσεις με μια και μόνο πνοή σου.
Θα του δώσεις όνομα, θα του δώσεις ταυτότητα, να συνεχίσει το ταξίδι του μέσα στο χρόνο.
Τραγούδησε μου το τραγούδι της γεννήσεως σου. Αυτό το γλυκό νανούρισμα που σου λέγανε κι εσύ κοιμόσουν, νιώθοντας την έγνοια, νιώθοντας την αγάπη.
Έλα και μεγάλωσε στην αγκαλιά μου…
©2024 Σταύρος Μαυράκης
Αρθρογράφος – Ποιητής

‘Έλα και μεγάλωσε στην αγκαλιά μου… ‘ απλώς υπέροχο