Αφήγημα – ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΑΦΟΥΣ * ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

You are currently viewing Αφήγημα – ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΑΦΟΥΣ * ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

Αφήγημα – ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΑΦΟΥΣ * ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

Αφήγημα * Τέταρτο μέρος

Η κυρία Ιατρίδη έφερε προβληματισμένη τα χέρια στους κροτάφους και άρχισε να λικνίζεται με ένα παράλογο και αφύσικο τρόπο. Φαινόταν να την κυριεύει ο πανικός και η φωνή της ξεγλιστρούσε διακεκομμένα, σαν τηλέγραφος…
ΌΧΙ… (stop)
ΌΧΙ … (stop)
ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΊ… (stop)
ΚΑΠΟΥ ΕΔΩ… (stop)
ΕΔΩ ΚΑΠΟΥ…(stop)
ΠΗΓΕ… (stop)

Έπειτα ένα δυνατό τσίριγμα ξεπετάχτηκε μέσα από τα καλοβαμμένα της χείλη. Ο αστυνόμος προσπάθησε να κατευνάσει τον πανικό της. Ακούστηκαν βιαστικά βήματα που κατέβαιναν από τον πάνω όροφο. Η κυρία Διακάκη εμφανίστηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου.
-Βάλτε την να καθίσει κάπου είπε.
Ύστερα την πήρε παραμάσχαλα και βημάτισε μαζί της μέχρι το μαρμαρένιο παρτέρι. Ο αστυνόμος την παρακολούθησε ανήμπορος . Η καρδιά του ταράχτηκε για άλλη μια φορά. Εκείνη έβγαλε ένα μπουκαλάκι από τη τσέπη της κυρίας Ιατρίδη και άφησε τρείς σταγόνες να πέσουν στο λαρύγγι της.
Ο Ιατρίδης ξεπρόβαλε τρέχοντας πίσω από τα γραφεία της διοίκησης, ο Διακάκης κατέφθασε ερχόμενος από το απέναντι κτίριο και το ερώτημα στο μυαλό του αστυνόμου είναι ίδιο με αυτό που γεννήθηκε στο δικό μας.
-Τι συμβαίνει πάλι;
Είπε ο Ιατρίδης στέκοντας πια αγανακτισμένος απέναντι στη σύζυγο του. Ήταν φανερό ότι δεν της έδειχνε κανένα σημείο συμπόνιας. Η κυρία Ιατρίδη τινάχτηκε από τη θέση της και άρχισε να χτυπάει τα στήθη του με τις γροθιές της κατηγορώντας των για την κατάσταση τους. Τότε οι σταγόνες από το χέρι της κυρίας Διακάκη άρχισαν να την επηρεάζουν και προσγειώθηκε με φόρα στην άκρη του παρτεριού.
-Τώρα είναι χαμένη… μέσα στα τσιμέντα, στα σάπια μπαλκόνια.
Η κυρία Διακάκη την αγκάλιασε. Η αύρα της ήταν ζεστή γεμάτη παρηγοριά. Την ένιωθε να σβήνει καθώς εκείνη έγερνε παραμιλώντας στον ώμο της. Οι τρείς άντρες ανέλαβαν να ψάξουν την μικρή Πολύμνια, αν και το χειρότερο πέρασε ήδη από το μυαλό τους. Η απαγωγή θα μπορούσε να είναι μια εκδοχή, αφού ο Ιατρίδης είχε πολλούς εχθρούς και ανταγωνιστές. Σήκωσαν τα λιγοστά έπιπλα που υπήρχαν, αραιά και διάσπαρτα μέσα στα κτήρια. Ήταν αρκετά μεγάλα, θα μπορούσε να πει κανείς, ώστε να κρύψουν ένα νήπιο.
Πέρασε αρκετή ώρα. Ο νεαρός κύριος Διακάκης έκρυψε το πρόσωπο του πίσω από το γιακά της καπαρντίνας. Κοίταξε το χώρο με διερευνητικό βλέμμα και κατάλαβε ότι, σε αυτό το δωμάτιο στεγαζόταν το φαρμακείο του σανατορίου. Ένιωθε να πνίγεται από τη σκόνη που είχε συσσωρευτεί παντού και έβαψε με γκρίζο χρώμα το πάτωμα. παντού επάνω της χαράζονταν βήματα. Και τα βήματα, χάραζαν περιπλανήσεις που έπαιρναν απότομες στροφές και οδηγούσαν έξω από τα δωμάτιο. Όμως κάποια, δεν πήραν ποτέ τον δρόμο της εξόδου. Μικρά και αραιά το ένα από το άλλο, χάραζαν ένα μονόδρομο προς το εντοιχιζόμενο ντουλάπι με τον κόκκινο σταυρό . Είχαν περάσει δύο ώρες από την εξαφάνιση και τα χειρότερα είχαν ήδη περάσει από το μυαλό του νεαρού άντρα. Προσπάθησε να ανοίξει Το ντουλάπι είχε μαγκώσει, στο μυαλό του απεικονιζόταν το σώμα της Πολύμνιας, νεκρό από την ασφυξία.

-ΤΡΕΞΤΕ!

Βροντοφώναξε βάζοντας αντίσταση με το ένα πόδι στον τοίχο. Η πόρτα άνοιξε και παραλίγο να τον σωριάσει στο παχύ στρώμα της σκόνης. Μέσα στη σκοτεινιά του άδειου φαρμακείου άστραφταν τα πράσινα μάτια της Πολύμνιας.
-Θεέ μου, σε ευχαριστώ…
Ξεφύσησε ο νεαρός Διακάκης , βλέποντας το κορίτσι με όλες του της αισθήσεις. Την σήκωσε στα χέρια του. Το σώμα της έμοιαζε ελαφρύ σαν να ήταν κούφιο . Σαν να αγκάλιασε μόλις μια μεγάλη κούκλα αξίας. Ακολούθησε μια σκηνή παραφροσύνης όταν όλοι τον είδαν να φτάνει στην πλατεία.
Ο Ιατρίδης επέστρεψε, με φύλα του πεύκου καρφωμένα στο κασμιρένιο του παντελόνι. Η σύζυγος του αγκάλιασε τη μικρή και ξόρκισε την αγωνία της. Η αγάπη της μάνας έμενε πάντα ακλόνητη. Ο Ιατρίδης δεν υπέδειξε όμως τις ίδιες διαθέσεις. Τράβηξε την μικρή παράμερα και άρχισε να την φοβερίζει με βία και απειλές.
-Τι νομίζεις πως κάνεις , ε;
Ποιός σου είπε ότι μπορείς να μας ταλαιπωρείς έτσι; Όταν πάμε σπίτι θα δεις! Θα φας πέντε βουρδουλιές που θα σε φέρουν στα ίσα!
Έτεινε το χέρι του απειλητικά στον αέρα, σαν να ήθελε να την χτυπήσει. Όλοι τον κοίταξαν άναυδοι. Ο Ιατρίδης που γνώριζαν δεν είχε καμία σχέση με αυτόν που αντίκριζαν.
-Άσε το παιδί ήσυχο ! είπε ορμώντας προς το μέρος του η κυρία Διακάκη.
Περιέργως ο Ιατρίδης δεν της έφερε καμία αντίσταση. Αντίθετα, οπισθοχώρησε και άφησε την νεαρή γυναίκα να σκύψει και να έρθει στο ύψος της Πολύμνιας.
-Γιατί κρύφτηκες μικρή μου… Σε εμένα μπορείς να το πεις. ψέλλισε με όλο το ευγενές πνεύμα, που η ανατροφή της, της χάρισε.
Τα μάτια της Πολύμνιας βυθίστηκαν μέσα σε μία ροή από δάκρυα. Ήτανε φοβερά φοβισμένη.
Μασούλησε τα λόγια της πίσω από τα τριανταφυλλένια της χείλη. Σκεπτόταν αν έπρεπε να μιλήσει ή όχι. Όμως η κυρία Διακάκη, την ενθάρρυνε με ένα νεύμα να ομολογήσει.
-Ήρθε αυτός…
Ήταν οι μόνες λέξεις που κατάφερε να βγάλει – μετά από πολύ σκέψη και επιφυλάξεις – η μικρή.
Η κυρία Διακάκη σηκώθηκε πάνω και στράφηκε προς τον Ιατρίδη. Είναι άγνωστο που μπορεί να οδηγήσει ο διάλογος δύο μορφωμένων ατόμων.
-Έχει ξανασυμβεί;
-Χτες.
-Και πριν από τότε;
-Ποτέ πιο πριν…
Ήταν έτοιμη να εκραγεί από θυμό. Όμως δεν φοβόταν τις αγριάδες του Ιατρίδη – ούτε καν τον ίδιο – για να εντείνουμε περισσότερο στην ιστορία μας.
-Θα ήθελα να μιλήσω μόνη με το παιδί. Όταν ησυχάσουμε όλοι φυσικά.
-Έχετε κάτι να μου προσάψετε ; Για την προσφορά μου ως πατέρας;
-Αν το θεωρήσω αναγκαίο… ΝΑΙ.
Η αλλόκοτη συμπεριφορά του Ιατρίδη έμοιαζε να επανέρχεται. Σχεδόν άφριζε, χτυπούσε πόδι κάτω και έσφιγγε νευρικά της γροθιές του. Σε λίγο τα νύχια του θα έσκιζαν το δέρμα της παλάμης.
-Δεν πιστεύω τίποτα από όλες αυτές τις αηδίες. Η κόρη μου επηρεάζετε από τις άσκοπες παραφρονήσεις της γυναίκας μου.
Η κυρία Ιατρίδη πήρε θέση. Σαν να είχε αποκτήσει πλέον ανοσία στα ηρεμιστικά που την πότιζαν.
-Δεν είναι αλήθεια ότι έχεις ερωμένη; Όλος ο κόσμος το ξέρει! Και την κρύβεις για να μην λεκιαστεί το όνομα σου! Ποτέ δεν νοιάστηκες για εμάς! Ποτέ!
-Φτάνει πια! είπε επιτέλους ο αστυνόμος με όσο κουράγιο του απέμενε
-Με το να το να τσακωνόμαστε δεν λύνετε τίποτα. Πρέπει να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο.
-Ναι, ναι! Να γυρίσουμε… είπε η Διακάκη περνώντας το μπράτσο της σε αυτό του συζύγου . Εκείνος φερόταν σαν να μην έχει κάτι να πει, παρότι ανακάλυψε ο ίδιος τη μικρή μας Πολύμνια. Η Διακάκη κοίταξε πάνω από τον ώμο της και έριξε ένα ειρωνικό βλέμμα προς τον Ιατρίδη.

Ας γυρίσουμε…

©️2024 Μίγκλη Μαρία
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Μαρία Μίγκλη

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - ΠΟΙΗΤΡΙΑ - Ονομάζομαι Μαρία Μιγκλη. Γεννήθηκα στις 8/12/92. Είμαι βοηθός νοσηλευτή. Άρχισα να ξεδιπλώνω τον εαυτό μου στο χαρτί στα 15 μου χρόνια γράφοντας ένας εφηβικό διήγημα με τίτλο «Ο Άγγελος μου» όπου δύο έφηβοι ερωτεύονται και γίνονται γονείς σε μια πολύ νεαρή ηλικία. Συνέχισα να γράφω κάποια διηγήματα και δημοσιεύοντας ποιήματα σε εφηβικά περιοδικά, ανακαλύπτοντας με τον χρόνο πως οι λέξεις χρωματίζουν μόνο με την αγάπη και το μεράκι του δημιουργού ,ότι ο λόγος έχει τη δύναμη να ενώνει η όπως έλεγαν οι πρόγονοι μας να δυναστεύει. Στα 21 μου χρόνια δημοσίευσα το διήγημα «Ένα λουλούδι πριν φύγεις» στη Συλλογή έρωτες στα Δωδεκάνησα των εκδόσεων Βερρετα. Το διήγημα αφηγείται τον τραγικό έρωτα ενός ζευγαριού στα πρόθυρα του Β Παγκόσμιου πολέμου. Έπειτα συμμετείχα σε διαγωνισμούς ποίησης. Ενα από τα ποιήματα είναι και το ποίημα «Μνήμη». Το καλοκαίρι του 2018 , κερδίζω την 9η στις 20 θέσεις του διαγωνισμού διηγήματος , από τις εκδόσεις ΕΛΚΥΣΤΉΣ. Το Διήγημα μου με τίτλο «Το άγρυπνο της βλέμμα» περιέχεται στη συλλογή ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΆΣ , και μας εξιστορεί ,τον έρωτα ενός βετεράνου στρατιώτη για μια νοσοκόμα και την αναζήτηση της. Τον τελευταίο καιρό συμμετέχω στο περιοδικό ΚΕΦΆΛΟΣ. Το 2023 , εκδίδω το πρώτο μου παραμύθι με τίτλο Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ . Ένα παραμύθι γραμμένο με αγάπη για την ανθρωπιά , την καλοσύνη και την ανιδιοτέλεια , από της εκδώσεις ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ .

This Post Has One Comment

Αφήστε μια απάντηση