Διήγημα – Ανθεστήρια * Οι αποκριές των αρχαίων Ιώνων –

Διήγημα – Ανθεστήρια * Οι αποκριές των αρχαίων Ιώνων –

Διήγημα

 

To μεταγωγικό χόρευε πάνω στα κύματα καθώς γύριζε από τις Οινούσσες. Ήταν
φορτωμένο πίθους, γεμάτους κρασί της νέας σοδιάς και είχε κατεύθυνση προς
την Χίο. Ένα τσούρμο νεαροί δούλοι αχθοφόροι είχαν σωριαστεί στο
κατάστρωμα αφού μόλις επιβιβάστηκαν, τους πείραξε πολύ η θάλασσα. Δεν
ήταν η κατάλληλη μέρα για να την δοκιμάσουν!! Είχε δυνατό αέρα και τα κύματα
ήταν τεράστια! Ανθεστηρίωνας μήνας βλέπεις!! Ο πλοίαρχος είδε τη θάλασσα
πολύ πριν φορτώσουν και πρότεινε στον αρχιτρίκλινο τον Γλαύκο, να περιμένουν
να κοπάσει. Όμως εκείνος ήταν ανένδοτος. Έπρεπε το κρασί πάσει θυσία να
πάει απόψε στο λιμάνι. Σε δύο μέρες αρχίζουν οι γιορτές και Ανθεστήρια χωρίς
κρασί θα ήταν μεγάλη ντροπή.
Μόλις φόρτωσαν και τον τελευταίο πίθο, τα πέντε μεταγωγικά έλυσαν τους
κάβους και ένα ένα βγήκε στην ανοιχτή θάλασσα. Ο κάθε καπετάνιος κρατούσε
και άλλη ρώτα, κατά πως τον βόλευε. Άλλος έκανε ανοιχτά και μετά προς τα έξω,
άλλος πήγαινε από αιγιαλό ίσια κι άλλος έκανε συνεχόμενα Ζήτα, κάτι που τον
καθυστερούσε. Ο Κρίτωνας, ο καπετάνιος του πρώτου μεταγωγικού, πήρε τα
παράλια προς ο λιμάνι της Λαγκαδιάς, και σε σταθερή απόσταση από την ακτή
κατέβαινε ολόισια προς τα κάτω. Είχαν τον καιρό πίσω τους κι αυτό διευκόλυνε
τα πράγματα, φουσκώνοντας τα πανιά και αυξάνοντας την ταχύτητα.
-Το βραδάκι θα είμαστε στο λιμάνι. Μην ανησυχείς Γλαύκε. Είπε ο πλοίαρχος
στον Αρχιτρίκλινο που καλά κρατούσε από ζαλάδα. Αλήθεια…. Γιατί τόσο πολύ
κρασί από τις Οινούσσες Γλαύκε; Δεν θα πάρετε από τα βόρεια αμπέλια φέτος;
Είχαν καλή σοδειά…
-Δεν άκουσες; Εκείνη η αναπάντεχη ζημιά. Δυο μέρες πριν τα Ανθεστήρια και
κοντέψαμε να μείνουμε χωρίς κρασί. Του απάντησε ο Γλαύκος αγανακτισμένος.
-Πως δηλαδή; Τι συνέβη; Επέμενε ο πλοίαρχος.
-Δεν τα έμαθες; Ρώτησε ο Γλαύκος τον Πλοίαρχο. Είχαμε παραγγείλει κρασί από
τα Κορώνεια χωριά και την Βολισσό. Δέκα έξι άμαξες φόρτωσαν πιθάρια με το
καλύτερο κρασί, αλλά φτάνοντας στο Αίπος, συνέβη κάτι αναπάντεχο. Ένα
άλογο από το τελευταίο κάρο αφήνιασε και παρέσυρε όλα τα άλλα στη σειρά. Ναι
φίλε μου. Έσπασαν όλοι οι πίθοι. Όλοι!! Χιλιοζήμι σου λέω!! Το βουνό κοκκίνησε
απ’ το χυμένο κρασί.
-Καλά, δεν είχαν άλλο να στείλουν; Ψέλλισε έκπληκτος ο πλοίαρχος.
-Είχαν…. αλλά ήθελε τέσσερις μέρες να το φέρουν στην πόλη. Δηλαδή μετά τις
γιορτές. Του είπε εκνευρισμένος από την κακοτυχία, ο Γλαύκος.
– Κι έτσι καταλήξαμε στις Οινούσσες ε; Είπε ο πλοίαρχος. -Καλό και το κρασί
τους, δεν λέω.. αλλά δεν πιάνει τον Αριούσιο.
-Τέτοια ώρα τέτοια λόγια …. Δεν πειράζει. Δικοί μας είναι κι αυτοί. Απάντησε ο
Γλαύκος.
Ο πλοίαρχος κούνησε το κεφάλι του και γύρισε να δει την άθλια κατάσταση που
είχαν φτάσει οι νεαροί αχθοφόροι. Ήταν όλοι δούλοι που είχαν αγοραστεί
πρόσφατα στο παζάρι της Εφέσσου. Οι περισσότεροι ήταν σκουρόχρωμοι αλλά
τούτη την ώρα το δέρμα τους ήταν σαν λευκασμένος πάπυρος, από την ζαλάδα
και τον εμετό. Ε! Φαίνεται δεν ήξεραν καθόλου από κύματα. Όλο το πλιγούρι με
χοιρινό που έφαγαν στις Οινούσσες, το τάισαν στα ψαράκια.
-Δεν θα κρατήσει πολύ το μαρτύριό τους. Σε λίγο φθάνουμε στη Χίο. Είπε ο
πλοίαρχος στο Γλαύκο χαμογελώντας καθώς ένα μεγάλο κύμα τους έβρεξε και
τους δύο τους άλλη μια φορά. Πράγματι, σε λίγη ώρα και ενώ ο ήλιος
ετοιμαζόταν να πέσει πίσω από το Προβάτειο όρος, το πρώτο μεταγωγικό με το
Οινουσσιώτικο κρασί, έμπαινε στο παλιό λιμάνι δίπλα στο νεώριο.
Ο Αρχιτρίκλινος πήδησε στην ξύλινη προβλήτα προστάζοντας τους δούλους να
σηκωθούν και να ξεκινήσει η μεταφορά του κρασιού στην πόλη.
-Αυτό ήταν. Σηκωθείτε παλικάρια κι αρχίστε δουλειά. Τα κάρα σας περιμένουν…
τους είπε ο Αρχιτρίκλινος για να τους τονώσει το ισοπεδωμένο ηθικό τους.
Αφού τους είδε να στέκονται όλοι στα πόδια τους, και τα έβαλε όλα σε τάξη,
τράβηξε για το αρχοντικό του Χιόπολι να μάθει τι απέγινε με το φονικό. Πριν
μερικές μέρες ένας τρελαμένος νεαρός, ο Ορέσιος, σκότωσε τη μάνα του. Για
κάποιους δικαιολογημένα, για άλλους όχι. Είχαν συμβεί πολλά στην οικογένεια
του και ο νεαρός δεν τα άντεξε. Τώρα ο άρχοντας έστειλε τη φρουρά του στο
βουνό, να τον βρει και να τον συλλάβει. Τέλος πάντων, τώρα βρήκε κι αυτός
μέσα στα Ανθεστήρια να κάμει το έγκλημα; Έλεος!
Η Βερενίκη η γυναίκα του Γλαύκου, ήταν μια από τις δεκατέσσερεις Γεραρές της
Αθηνάς (Γυναίκες ευυπόληπτων οικογενειών που κάνουν τις θυσίες). Οπότε
καταλαβαίνετε τι δουλειές είχε να κάνει και τι προετοιμασίες για τις επόμενες
μέρες των Ανθεστηρίων. Κάθε χρόνο τέτοιο καιρό άνοιγαν το ιερό του Διονύσου
και στεφάνωναν με λουλούδια το θεό. Το ίδιο έκαναν και προς το χθόνιο Ερμή,
ως ψυχοπομπό, που θα έφερνε τις ψυχές από τον κάτω κόσμο να γλεντήσουν.
Όταν πλησίασε το ανάκτορο ο Γλαύκος, η Βερενίκη ήταν μαζί με την Αρχόντισσα
που φέτος θα έκανε για πρώτη φορά την Βασιλίσσα. Δηλαδή την κυρία επί των
τιμών που θα έκανε έρωτα με το Διόνυσο στο ιερό. Τις Ιερογαμίες. Έτσι η καλή
της φίλη η Βερενίκη, σαν πιο παλιά και έμπειρη, τις εξηγούσε κάθε της κίνηση.
Έτσι θα σταθείς, εκεί θα πας, αυτά θα πεις, όλα χαρτί και καλαμάρι. Η
Αρχόντισσα άκουγε με προσοχή και είχε απορροφηθεί από τις λεπτομέρειες.
Από νωρίς το απόγευμα οι Γεραρές είχαν ξεχυθεί με πανέρια στις γειτονιές και
μάζευαν κάθε λογής άνθη. Όταν τα γέμισαν μονομιάς, έτρεξαν στο ιερό να τα
περάσουν σε μίτο. Έτσι θα γινόταν πανέμορφες γιρλάντες, που την επόμενη
μέρα οι άνδρες θα στόλιζαν τους δρόμους της πομπής του Θεού. Η Βερενίκη
ήταν αυτή πάλι, που τους έδειξε πώς να το κάνουν. Ήταν πολύ καλή
θεραπαινίδα του ναού, και ήξερε όλα τα ήθη και τις συνήθειες που πρόσταζαν οι
θεοί. Όλα έπρεπε να τηρηθούν στις γιορτές. Ανθεστήρια τα έλεγαν και είχε
λουλούδια παντού. Η Γιορτή των ανθών. Στους δρόμους, στα σπίτια, στα ιερά,
γύρω από το ναό και το άγαλμα της Αθηνάς. Παντού μυρωδιές και αρώματα.
Είχε νυχτώσει πια και δούλευαν με λυχνάρια. Έτσι πολλές φορές τα κορίτσια
τρυπούσαν τα δαχτυλάκια τους με τη βελόνα τραγουδώντας το τραγούδι του
Διόνυσου. Αυτές θα γίνουν οι επόμενες Γεραρές σε μερικά χρόνια και έπρεπε να
είναι σοβαρές και προσεκτικές. Το τραγούδι αυτό που τραγουδιόταν από γενιά
σε γενιά, ήταν κάπως έτσι:
« Μες το χιονιά γεννήθηκες, στο σπήλαιο του Πάνα.
Από του Δία το μηρί, που σου κρατούσε ζέστα.
Μεγάλωσες και έγινες σπουδαίο παλληκάρι.
Σ’όλο τον κόσμο πάτησες, Ανατολή και Δύση
Και τώρα ξαναγύρισες απάνω σε μια βάρκα
Μέσα από τη θάλασσα σε είδα να ξεπροβάλεις
Μαζί σου και η σάτυροι και άλλοι μασκαράδες
Πίθους ταχιά θα ανοίξετε και να χυθούν οι οίνοι
Και ο Ερμής ο χθόνιος τις Κάρες να μας φέρει.
Ναρθουν τα απεθαμένα μας, μαζί μας να γλεντήσουν
Να πιούν κρασί νερόμεικτο, οίνο συγκερασμένο.
Άντε για ναρθει η Άνοιξη να λάμψει πια ο ήλιος
Εσύ θεέ Διόνυσε, μαζί και οι Σελινοί σου.»
Τ’ άγραφο αυτό τραγούδι, το μάθαιναν οι γυναίκες από γιαγιά σε εγγονή και ποτέ
δεν το έλεγε άνδρας. Εκείνο το βράδυ ο Γλαύκος, μόλις πλησίαζε στο ιερό και το
άκουσε ξανά, δάκρυσε από συγκίνηση. Η γιαγιά του, του το τραγουδούσε για να
τον κοιμίσει. Έτσι του τόμαθε. Την ίδια στιγμή από την γωνιά του δρόμου
εμφανίστηκε μια γνώριμη γυναικεία φιγούρα, που έκανε την καρδιά του Γλαύκου
να σκιρτήσει.
-Βερενίκη!! της φώναξε και έτρεξε να αγκαλιάσει τη γυναίκα του. Αιώνια
ερωτευμένος ο νέος άνδρας ήθελε να κρατήσει σφιχτά την αγαπημένη του
αλλά……
-Μη!! Μη με πλησιάζεις… του απάντησε εκείνη, κόβοντάς του τη φόρα. -Ξέρεις
τις αρχαίες συνήθειες. Το έθιμο προστάζει: Οι Γεραρές να απέχουν αυτές τις
μέρες από τα ανδρικά χάδια. Συνέχισε γελώντας. -Αλήθεια, Είχατε καλό ταξίδι;
-Καλό ήταν. Μια χαρά. Της είπε ο Γλαύκος για να μην την ανησυχήσει, για όλη
την φουρτούνα που πέρασαν. -Θα πάω σπίτι να ξεκουραστώ και αύριο τα λέμε
καλή μου.
Εκείνη τον καληνύχτισε με ένα χαμόγελο και ένα νεύμα του χεριού. Πόσο θα
ήθελε να του δώσει ένα φιλί. Ο Γλαύκος είναι ένα άξιο παλικάρι. Προκομένος, με
υπόληψη στην κοινωνία. Γιαυτό ο άρχοντας Χιόπολις τον έκανε αρχιτρίκλινο στα
συμπόσιά του. Πράγματι ο Γλαύκος χρειαζόταν στεγνά ρούχα και ξεκούραση,
αφού η επόμενη μέρα ήταν η 11 η του Ανθεστηρίωνα. Τα Πιθοίγια!!
Άφησε πίσω την όμορφη Βερενίκη, τύλιξε σφικτά το πανωφόρι του και πήρε τη
κατηφορική στράτα για το σπίτι του, κοντά στο λιμάνι. Ο δρόμος τον έφερε
πρώτα στο νεώριο. Εκεί οι εργάτες αψηφώντας το κρύο, είχαν στήσει ένα
τσιμπούσι κοντά στη φωτιά και είχαν αρχίσει από τώρα το δικό τους καρναβάλι.
Κάποιοι ζωσμένοι με τομάρια κατσίκας και κέρατα έπαιζαν τους Σάτυρους και
τους Σελινούς, σε ένα ασταμάτητο κυνηγητό γύρω από τη φωτιά.
Ο Νεωκλής, ο αρχιμάστορας του ταρσανά, αναγνώρισε τον αρχιτρίκλινο και τον
κάλεσε να πιεί ένα κρασί. Εκείνος πλησίασε για να μάθει αν το πλοίο του
Διόνυσου ήταν έτοιμο για την παρέλαση. Όμως δεν μπορούσε να αντισταθεί σε
μια κούπα καλό Κορωνιώτικο κρασί. Σε λίγο χόρευε κι αυτός στους ρυθμούς της
φόρμιγγάς και του δίαυλου. Σχεδόν ξέχασε γιατί ήρθε, αλλά σε λίγο ο Νεωκλής
τον πήρε και τον οδήγησε στον Νεώσοικο. Με υπερηφάνεια άνοιξε τις πόρτες και
παρουσίασε το αριστούργημά του. Ένα μικρό πλεούμενο πάνω σε ρόδες. Ήταν
πραγματικό κομψοτέχνημα, σκαλιστό και στολισμένο. Την δεύτερη μέρα στους
Χόες, θα ανέβαινε πάνω του ο άρχοντας Χιόπολις μεταμφιεσμένος σε Διόνυσο,
αν τα κατάφερνε να σταθεί από το μεθύσι. Ο Γλαύκος περιεργάστηκε την
κατασκευή και παρατήρησε μέσα στο πάτωμα ένα κοντό αγγείο.
-Όταν πίνεις πολύ κρασί σύντομα θα θέλεις σύντομα να το αποβάλεις. Είπε
γελώντας ο Νεωκλής. Γέλασε με την καρδιά του και ο Γλαύκος, και αφού έδωσε
συγχαρητήρια στον αρχιμάστορα, έφυγε για τον σπίτι του. Μα το χθόνιο Ερμή!!
πέρασε καλά εκείνο το βράδυ, όμως το ξύπνημα της επόμενης μέρας του έπεφτε
λίγο βαρύ. Όταν άνοιξε τα μάτια του, ο ήλιος ήταν ψηλά.
-Ωχ ! την πατήσαμε σκέφθηκε. Έριξε λίγο παγωμένο νερό στο μούτρο του,
άρπαξε τα ρούχα του και πετάχτηκε στο δρόμο. Η απόλυτη ησυχία τον ηρέμησε.
Φαίνεται πως όλοι ακόμα κοιμούνται του καλού καιρού. Κράτησε το πανωφόρι
του στο χέρι και πήρε την ανηφοριά για το ιερό.
Επί τέλους!! Μετά από αρκετή ώρα ήρθε και ο άρχοντας τρικλίζοντας μεν, αλλά
τον βοηθούσαν δυο υπηρέτες του, που απαγορευόταν αυτοί να πιουν, και
πήγαιναν πάντα δίπλα του. Αμέσως άνοιξαν τα πιθάρια με το κρασί στο όνομα
του Θεού Διόνυσου και του πρώτου Βασιλιά του Οινοπίωνα. Δεν θα μπορούσε
να λείψει άλλως τε, αφού από τον οίνο πήρε και το όνομά του. Το ίδιο βέβαια και
η κόρη του η νύμφη Χιόνη που έδωσε και το όνομά της στο νησί.
Ο οίνος έγινε κρασί με την προσθήκη λίγου νερού κι έτσι άρχισε η
κρασοκατάνυξη. Στην αρχή όλες οι συζητήσεις ήταν γύρω από το φονικό και την
ντροπή, αλλά πολύ σύντομα όλοι ξέχασαν και τον Ορέσιο και τη φουκαριάρα τη
μάνα του που δεν χάρηκε τον έρωτά της. Μέχρι το βράδυ όλοι έσερναν τα πόδια
τους από το μεθύσι. Πολλοί κατέληξαν στα συμπόσια που έδιναν οι πλούσιοι,
αλλά φέρνοντας πάντα μαζί το δικό τους κανατάκι. Τον Χου. Δίκαια πράγματα για
να πίνει ο καθένας αυτό που θέλει. Βέβαια όλο αυτό καθυστέρησε ακόμα
περισσότερο την έναρξη της παρέλασης την επόμενη μέρα.
Οι Χόες τη δεύτερη μέρα, ξεκίνησαν σχεδόν μεσημέρι. Μάταια προσπαθούσαν
να ανεβάσουν τον άρχοντα στο πλοίο. Ήρθε πάλι κρατώντας μια βακτηρία, ένα
μακρύ μπαστούνι και με δυο υπηρέτες να τον πηγαίνουν στράτα στράτα. Με τα
χίλια ζόρια τον πέταξαν πάνω στο πλοίο μαζί με ένα κάθισμα και του φόρεσαν τη
μάσκα του Διονύσου, για να αρχίσει η πομπή. Τώρα πως άρχισε; Μόνο ο θεός
Διόνυσσος ξέρει. Έτσι όπως πρέπει. Δηλαδή με γέλια με καμώματα και χίλια δυο
καραγκιοζιλίκια. Η Άνασσα μάταια περίμενε κι αυτή στο Βουκολείο για να
συνευρεθεί με τον θεό- σύζυγό της που μάλλον θα αργούσε.
Μετά από ώρα, κρόταλα και κύμβαλα ηχούσαν στην παρέλαση, και η γνωστή
πια ακατάστατη πομπή, ξεκίνησε επίτέλους από την παραλία. Στην αρχή το
πλοίο το έσερναν άνθρωποι αλλά τα κουράγια τους δεν ήταν αρκετά για πολύ,
λόγω κρασιού. Έτσι στην ανηφόρα, έζεψαν όνους που τους στόλισαν κι αυτούς
με λουλούδια.
Μόλις φάνηκε η πομπή, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόση φασαρία έκαναν.
Τόση που οι Γεραρές δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και να
αρχίσουν τις θυσίες. Ο Γλαύκος έκανε τη δουλειά του μαντατοφόρου από βωμό
σε βωμό. Έτσι, με οπτικά συνθήματα τα κατάφεραν. Η Βερενίκη βοήθησε την
ντροπαλή Βασιλίσσα στην πρώτη Ιερογαμία της. Μπορείτε να φανταστείτε όλο το
σκηνικό; Πολύ γέλιο!!! Ευτυχώς είχαν προβλέψει μια τετραγωνική κουρτίνα που
τους κάλυψε κι έτσι δεν φάνηκε το ρεζιλίκι του Θεού – Άρχοντα. Το παραβάν που
συνηθίζεται αν χρειαστεί, πράγματι έσωσε την κατάσταση. Ο θεός κυνηγούσε τη
βασιλίσσα, μια μέσα μια έξω από το παραβάν. Ο κόσμος γελούσε και
χειροκροτούσε. Τύφλα ναχει η πιο κωμική παράσταση από το άρμα του Θέσπη.
Για να σταματήσουν όλα αυτά τα τρελά καμώματα οι ιερείς κήρυξαν την έναρξη,
του κατά παράδοση διαγωνισμού οινοποσίας, μέχρι τελικής πτώσης. Έπαθλο; Τι
λέτε σεις…. Ένα τουλούμι με κρασί. Τι να πεις; Τέλος πάντων πήρε μέρος και ο
Χιόπολις αλλά δεν άντεξε για πολύ. Ο Αρχιτρίκλινος, ήταν επικεφαλής στην
ελλανόδικο επιτροπή όπου τα υπόλοιπα μέλη, είχαν γίνει πίτα. Οπότε μόνος του
αποφάσιζε. Πολλοί εγκατέλειψαν για να συνεχίσουν στα σπιτικά συμπόσια. Το
πιο μεγάλο που ήταν ανοιχτό σε όλους ήταν του Χιόπολι, του άρχοντα που
κράτησε μέχρι αργά.
Ο Γλαύκος κάποια στιγμή πήρε την όμορφη Βερενίκη και κουρασμένοι πια,
πορεύτηκαν για το σπιτικό τους. Ήταν και για τους δύο μια πολύ κουραστική
μέρα. Όμως υπάρχει και η Τρίτη μέρα οι Χύτροι, που κι αυτή έχει τα δικά της. Ο
Γλαύκος έκανε αυτό που είχε στο νου του από χθες. Πήρε τη Βερενίκη στην
αγκαλιά του την έσφιξε και της έδωσε ένα φιλί, όμως εκείνη αστραπιαία
τραβήχτηκε.
-Δεν είσαι πια Γεραρή!!! Τι φοβάσαι; Της είπε. Δεν θα σε παρεξηγήσουν. Το
έθιμο πάει πέρασε. Του χρόνου πάλι, αν είμαστε καλά.
Είχαν φτάσει ήδη στο σπίτι τους στο λιμάνι. Πολλά σχεδίαζαν στο
δρόμο, αλλά
τίποτα, δεν έγινε αφού ήταν και οι δύο κατάκοποι.
Την άλλη, την Τρίτη μέρα, μπήκαν νωρίς οι Χύτροι στη φωτιά, να ψήσουν την
Πανσπερμία για τα αποθαμένα τους. Ξέρετε οι ψυχές, οι Κάρες, είναι μια να μην
έρθουν πάνω. Όταν τις καλέσεις, μετά σου κατσικώνονται και δεν φεύγουν με
τίποτα. Μάταια ο φουκαράς ο χθόνιος Ερμής προσπαθεί να τις μαντρώσει και να
τις πάει πίσω στον Άδη. Έτσι οι άνθρωποι ψήνουν αυτά τα κόλλυβα, τους τα
ρίχνουν στους δρόμους κι άμα χορτάσουν πια φεύγουν. Φωνάζουν μάλιστα και
το γνωστό «Θύραζε Κάρες. Ουκ ετι Ανθεστήρια» δηλαδή « Έξω απ την πόρτα
Κάρες!!! Τέλος τα Ανθεστήρια!». Η Χύτρα τα είχε όλα μέσα. Σιταροκρίθαρα,
ρεβύθια, κουκιά και άλλα σπορικά. Ο Γλαύκος και η Βερενίκη βγήκαν κι αυτοί να
τηρήσουν το έθιμο. Έριξαν στο δρόμο την πανσπερμία τους, και ότι περίσσεψε,
το πήγαν στα νεκροταφεία. Το νεκροταφείο είχε πολύ πέραση αυτές τις μέρες.
Μια τα κρασιά στους Χώες, μια τα κόλλυβα στους Χύτρους…. Εκεί γινόταν όλη η
κουβέντα και τα κουτσομπολιά του καρναβαλιού που δεν μπορούσαν να τα
κουβεντιάσουν πιο πριν. Την κριτική για τα φετινά Ανθεστήρια διέκοψε ο βίαιος
κρότος σπαθιών. Ήταν η φρουρά που κατέβηκε από το βουνό και έφερνε μαζί
αλυσοδεμένο, τον Ορέσιο. Το στυγερό μητροκτόνο, για να δικαστεί δίκαια. Θα
του αποδοθεί πολύ σκληρή ποινή για να φύγει το άγος από την πόλη. Να
ξεπλύνουν την ντροπή που ένοιωθαν όλοι μαζί αλλά και ένας ένας .
-Κοίτα να δεις μέρες που τις βρήκε, να μας χαλάσει τα Ανθεστήρια. Και να ζήσει,
θα τον φάνε οι Ερινύες. έλεγε ο ένας
– Μα τη μάνα του; Βρε παιδιά, τη μάνα του βρήκε να σκοτώσει; Έλεγε ο άλλος.
Ένα χρόνο περιμένει να γλεντήσει ο κόσμος…. Και τώρα αυτό.
-Ότι και να γίνει, όποια ποινή και να φάει δεν πρόκειται πλέον να αλλάξει κάτι. Η
μάνα του δεν ξαναγυρίζει. Έλεγε ένας τρίτος.
-Το μόνο σίγουρο είναι αγαπητοί συμπολίτες, πρόσθεσε ο Γλαύκος, ότι αυτό το
συμβάν θα μας ταλαιπωρεί για αιώνες. Στιγμάτισε τα Ανθεστήρια. Δεν πρόκειται
να σβήσει ποτέ.
Την άλλη μέρα στη Χίο, η ζωή πάλι κυλούσε στο σιγανό ρυάκι της
παρασύροντας μαζί της όλα τα καθημερινά συμβάντα. Ο Γλαύκος και η Βερενίκη
έζησαν καλά και σύντομα έκαμαν κι ένα παιδάκι. Ε… πάντα μετά τα Ανθεστήρια είχαμε πολλές εγκυμοσύνες.

 

©2024 Μπάμπης Κοιλιάρης
Αρθρογράφος – Λογοτέχνης – Καλλιτέχνης

Μαρία Σταυρίδου

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ - ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ - Η Μαρία Σταυρίδου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Εργάσθηκε με επιτυχία ως διευθυντικό στέλεχος στον ιδιωτικό τομέα. Σήμερα ασχολείται με τη συγγραφή βιβλίων – ποιημάτων και παραμυθιών. Γράφει με την οπτική και αθωότητα έφηβης, με την ικανότητα να πηγαινοέρχεται από την ουτοπία στο ρεαλισμό με μεγάλη ευκολία και δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία, να νιώσει συναισθήματα που τα έχει ξεχάσει. Κείμενα της βρίσκουμε σε πολλά λογοτεχνικά σάιτ, μπλοκ, περιοδικά και διαδικτυακές ομάδες, ενώ ολοκληρωμένη η δουλειά της παρουσιάζεται στο www.mariastavridou.gr Σήμερα είναι ιδιοκτήτρια του Εκδοτικού Οίκου ΓΛΑΥΚΑ ekdoseisglauka.gr

This Post Has 3 Comments

  1. Μπάμπης Κοιλιάρης

    Σας ευχαριστώ πάρα πολύ… Τα “Ανθεστήρια” γίνονται ακόμα και την εποχή μας στη Χίο ως καρναβαλικά δρώμενα σε πολλές περιοχές του νησιού. Η αγάπη μου για την ιστορία της Χίου αποτυπώνεται σε μια σειρά από 14 ιστορίες στο βιβλίο μου “13+1 μολύβια γράφουν ιστορίες”. Ξεκινά από το 10.000 π.Χ., στο σπήλαιο του Αγ. Γάλακτος και σταματά στο 2113 μ.Χ. με μια μετ-αποκαλυπτική ιστορία για τον πόλεμο του νερού.

Αφήστε μια απάντηση