You are currently viewing Διηγηματική ιστορία – Αυστηρώς κατάλληλον –

Διηγηματική ιστορία – Αυστηρώς κατάλληλον –

Διήγημα

Είχαμε πολλές μέρες να επικοινωνήσουμε, εκτός από μερικά στερεότυπα, αγχωμένα μηνύματα και σκόρπια μπινελίκια. Μερικές άχρωμες καλημέρες και κάμποσες γεμάτες αβεβαιότητα καληνύχτες.
Και πολύ περισσότερες μέρες είχαμε να βρεθούμε. Φωνή με φωνή. Φιλί με φιλί. Άγγιγμα με άγγιγμα.
Δυο μήνες. Ίσως και περισσότερο.
Εσύ με τη δουλειά. Εγώ με τη δουλειά.
Πρωτότυπο.
Όταν εσύ είχες ελεύθερο Σαββατοκύριακο
εγώ είχα τα παιδιά.
Σύμπτωση.
Όταν εσύ έκανες εκείνη την δύσκολη επέμβαση
και μετά πονούσες πολύ, εγώ δεν μπορούσα να είμαι εκεί
γιατί είχα βγάλει την ωμοπλάτη μου πηδώντας για γυριστή κεφαλιά.
Άδικο. Χάσαμε κιόλας.
Τελικά το ραντεβού δόθηκε στο γνωστό ξενοδοχείο ημιδιαμονής.
Για μια φορά ακόμα. Σκαστή εσύ. Ανάμεσα στα αγγλικά και το μπαλέτο των παιδιών.
Έφτασα πρώτος. Ζήτησα το κλειδί κι ανέβηκα στο δωμάτιο.
Μετρούσα τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα μέχρι ν’ ακούσω και το δικό σου κλειδί στην πόρτα.
Είχα άσχημο προαίσθημα. Ερχόμενος πέρασα κάτω από αλουμινένια σκάλα. Δεν ήρθες ποτέ σε εκείνο το ραντεβού. Όμως εγώ σε περίμενα μέχρι που…
…Μετά από χρόνια, λίγο πριν φύγω για το μεγάλο ταξίδι, το πάντα βέβαιο κι απρόσμενο μαζί,
ανοίγω τα μάτια και σε ψάχνω κάνοντας με τα χέρια ασύγχρονες κινήσεις στον αέρα. Σαν να προσπαθούσα να πιάσω κουβέντα με τους ορούς, με το ταβάνι, με το άπειρο.
Παραιτούμαι από την προσπάθεια. Σιωπήστε επιτέλους. Λίγη ησυχία σας παρακαλώ.
“Μπαμπά, όχι μπαμπά μου, μη φεύγεις… Αδελφή, αδελφή γρήγορα, σας παρακαλώ” φωνή λατρεμένη μουλιασμένη σε δάκρυα.
Καταραμένοι είμαστε να γεννάμε πόνο στους ανθρώπους που αγαπάμε μέχρι την ύστατη στιγμή μας. Π’ ανάθεμά μας…
Στήνουν το παραβάν. Γεμίζει άσπρες μπλούζες αυτό. Μάθημα επιθανάτιας ιατρικής, ανεπιθύμητης επανασύνδεσης με τη ζωή. Η σκέψη μου στον Λάζαρο από τότε που αναστήθηκε μέχρι που τα τίναξε για τα καλά. Μουρτζούφλης, κακόκεφος, τα έχωνε σε όποιον συναντούσε στο δρόμο. Αποκλήρωσε τα παιδιά του, έπνιξε γυναίκα και ερωμένη μέσα σε οκάδες κρασί, κανέναν δεν ήθελε. Μόνο την ησυχία του κι αυτήν μέχρι που πέθανε για τα καλά.
Μυρωδιά ιδρώτα κι αποσμητικού και ολίγη από σκόρδο, παγιδευμένες στο παραβάν του ετοιμο-θανάτου. Κάποιος δεν πρόλαβε να μασήσει την τσίχλα του. Ανθρώπινο…
Μη, με ζουλάτε, φτάνει μωρέ. Ανοίξτε, μη πιέζετε άλλο, με πονάτε, κάντε λίγο χώρο, λίγο αέρα…
Στη συνέχεια, ιπτάμενος, με κολλημένη την πλάτη στο ταβάνι, παρακολουθώ το ροκανισμένο από την αρρώστια κορμί μου να συνταράζεται από τις ηλεκτρικές εκκενώσεις.
“Αφήστε με, αφήστε με επιτέλους να φύγω, δεν μπορώ να με βλέπω” ουρλιάζω μέσα σε μια σιωπή απέραντη σαν μπουνατσαρισμένη θάλασσα δίχως ορίζοντα και δίχως πάτο. Κανείς δεν ακούει.
“Στο καλό μπαμπά” Ένα γεροδεμένο παλληκάρι μου κλείνει τα μάτια πριν το λευκό σεντόνι σκεπάσει την ασχήμια του σαρκίου μου. Έτσι κι αλλιώς δεν ήθελα να βλέπω.
“Στάσου καλή μου”, σου φωνάζω καθώς σε βλέπω να χάνεσαι στο βάθος του διαδρόμου. Γυρνάς προς το μέρος μου. Επιτέλους χαμογελάς.

Ειδοποίησες την αδερφή σου να φροντίσει τα παιδιά. Κάναμε έρωτα μέχρι το πρωί.
Ξορκίσαμε την τσούλα, τη μίζερη ζωή μας. Τότε μάθαμε, τότε εφάγαμε και ήπιαμε, ο ένας το σώμα του άλλου μεταλάβαμε, σπιθαμή προς σπιθαμή. Αρχέγονης ηδονής συμπόσιο για δυο και μάχη άγια, άγρια και ύστατη, χωρίς αύριο ήταν. Ξέπνοα και λαβωμένα τα κορμιά μετά τον τελευταίο οργασμό αλλά οι ψυχές ζωντανές, ακαίριες. Γλυκιά, νικητήρια, ήττα. Σε σφίγγω στην αγκαλιά μου δεξιοκρατώντας σε και ανασαίνω στους χτύπους της καρδιάς σου. Κοιτάζω το φεγγάρι που κρέμεται από τα τσίνορά σου. Κάθε που ανοιγοκλείνουν, σαν μπαλόνι αλαφριό πεταρίζει εκείνο ανάμεσα στα λιγοστά σύννεφα. Και σύ μ’ έχεις κλειδώσει περνώντας τη δεξιά σου γάμπα πάνω από τη μέση μου. Σε έχω στην αγκαλιά μου και προσπαθώ να διαβάσω τα μάτια σου. Εκεί είναι γραμμένο το παρελθόν και το μέλλον μας. Παρόν δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς. Παίζω με το γόνατο, χαϊδεύω τη γάμπα σου, γλιστράω στο κουντουπιέ σου και παίζω με τα κόκκινα σαν το αίμα νύχια σου. Διαμαρτύρεσαι εντόνως με τον μοναδικό, κατάδικό σου τρόπο. Να αυτά είναι, σκέφτομαι, οι μικρομέγαλες υλικές απολαύσεις της σάρκας, του φθαρτού της ύλης μας που υποχρεωνόμαστε να απωλέσουμε κατά την διάρκεια της θητείας μας παρά του ουρανίου Πατρός . Αγγίζω με την παλάμη μου τα μαλλιά σου που δείχνουν ασημένια στο φεγγαρόφωτο. Πλησιάζεις τα χείλη σου έτσι, που κουμπώνουν με τα δικά μου. Ένα φιλί γεννιέται που γίνεται καθρέφτισμα του φεγγαριού σε ήσυχα νερά. Κι αμέσως μετά μια άγρια δαγκωματιά στο κάτω χείλος που μου ελευθερώνει ένα μουγκρητό. Κοκκινίζει το στόμα μου και το λευκό σεντόνι του ξενοδοχείου. Μου φιλάς την πληγή και το αίμα κόβεται όπως ακριβώς το ηλεκτρικό ρεύμα. “Γιατί;” “Γιατί περίμενα δυο μήνες να πηδηχτούμε γλυκέ μου” και κάθισες άνετα επάνω μου.
Δεν είχε τέλος εκείνη η νύχτα, μια αλληλοδιαδοχή πόθου και ηδονής. Δυο φορές κάναμε ανανέωση του χρόνου παραμονής της ημιδιαμονής μας. Κατεβήκαμε νωρίς για πρωινό την επόμενη μέρα. Για να σταθούμε στα πόδια μας.

Κάμποσα χρόνια μετά, επιβλέποντας ένα εργοτάξιο παραπάτησα, ενώ έστελνα μήνυμα στο κινητό, έπεσα σε ένα φρεάτιο ασανσέρ πενταώροφης πολυκατοικίας και σκοτώθηκα. Ποτέ δεν έμαθα ποιο από τα δύο ήταν το πραγματικό τέλος μου. Α, να και κάτι διασκεδαστικό που θυμήθηκα. Μέσα στην κάσα ο κορμός μου κοιτούσε αριστερά και το κεφάλι μου δεξιά. Κόντεψα να πνιγώ από τα γέλια. Το μόνο που θυμάμαι ότι ανάμεσα στους δυο θανάτους μου, ζήσαμε τον μεγάλο έρωτά μας.

 

Ρέμπραντ, Το μάθημα ανατομίας του Δρ. Τουλπ

©2024 Δημήτρης Κανελλόπουλος
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Δημήτρης Κανελλόπουλος

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960 με καταγωγή από το Λαύριο Αττικής. Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο Πρότυπο Γυμνάσιο το 1978. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Παρίσι και παρακολούθησε μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης στη Σχολή του Λούβρου. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την Γραφιστική και τις Εκδόσεις σαν ελεύθερος επαγγελματίας με δικό του γραφείο μέχρι το 2016. Μιλά άπταιστα τη Γαλλική και ικανοποιητικά την Αγγλική γλώσσα.  Περπάτημα, κινηματογράφος και ζωγραφική κυριαρχούν στον ελεύθερο χρόνο του. Έχει δυο παιδιά,την Κατερίνα και τον Κωστή. Ζει και γράφει στην Αθήνα.