Πεζο-ποίημα
Τώρα θα σας πω εν συντομία πως έχουν τα πράγματα.
Παρακαλώ σηκωθείτε να παρακολουθήσετε καθώς θα παίζεται το θέατρο της εφηβείας μου:
Ήταν ένα σπίτι πνιγμένο στα λουλούδια, με τοίχους από ασβέστη,
που το έλουζε η θάλασσα στη γύμνια των ανοιξιάτικων πρωινών.
Αυτός εκεί, αρρενωπός και μελαχρινός· τίποτα δε φοβόταν· τραγουδούσε καθώς κατηφόριζε
χαρωπός, αργά, το δρόμο προς τον ωκεανό, ανάμεσα από περιβόλια γεμάτα πασχαλιές.
Μες στην καρδιά του άγγιζαν τον ουρανό!
Γυναίκες τριγύρω με μεταξένια μαλλιά και γοητευτικά καστανά μάτια,
χόρευαν τυλιγμένες στις εσάρπες τους, πάνω στα ξύλινα μπαλκόνια, που έτριζαν από τη θέρμη
του κορμιού τους, όπως οι κυρίες της Λαχώρης· όψεις της Ινδίας,
βγαλμένες μέσα από παραμυθένια παλάτια φτιαγμένα από μογγόλους σουλτάνους.
Τραγούδια μελιστάλαχτα έρεαν στους δρόμους, σαν πορφυρά ποτάμια,
έτοιμα να πνίξουν κάθε κραυγή που ούρλιαζε δυστυχία.
Ο ήλιος ήταν ο μεγαλύτερος κριτής!
Πάντα ανέτειλε, ποτέ δεν έδυε στην χώρα μου! Ήταν μόνο ζωή, χαρά,
δροσερό καρπούζι στο στόμα το καλοκαίρι.
Το δεξί χέρι τώρα, θλιμμένα τεντώνεται στον ουρανό, καθώς το σώμα τρέχει
σε πράσινους κήπους· θέλει μάταια ν’ αγγίξει τα χελιδόνια,
να φύγει μαζί τους στις νότιες χώρες, όπου οι άνθρωποι εκεί καθισμένοι σε μαξιλάρια,
σαν πασάδες της ανατολής, καπνίζουν ήρεμα, νωχελικά, σχεδόν ζαλισμένοι, τους ναργιλέδες,
απαλλαγμένοι από σκοτούρες και έγνοιες.
Γιατί τώρα δυστυχώς τα πράσινα στάχια ξεραίνονται.
Ο ήλιος δύει αργά και βασανιστικά σ’ ένα βασίλειο καταραμένο που λέγεται τρέλα
και ο σκληρός βασιλιάς της, η λησμονιά, στραγγαλίζει χωρίς το παραμικρό έλεος
τα όνειρα της εφηβείας μου που ποτέ δε θα ενηλικιωθεί, μέσα σ’ ένα σώμα νεκρό,
συντηρημένο με δηλητήρια, γεμάτο φίδια, που βγαίνουν από τα ρουθούνια, από τα μάτια,
από το στόμα, απ’ τον ομφαλό, από παντού!
Τώρα ξέρω πως ο ουρανός βάφτηκε κόκκινος από το αίμα. Ο ήλιος δε θα δύσει ποτέ,
και δε θα ξαναγυρίσει ποτέ, στην εφηβεία που θ’ ακολουθήσει μια ολόκληρη ζωή
σκοτεινών ημέρων και μαύρων νυχτών!
©️2025 Θεμιστοκλής Κατσαούνης
Αρθρογράφος * Λογοτέχνης
