Διηγηματική ιστορία
Όταν η Λορέττα Χέλντερλιν πήγε για διακοπές στη Νυρεμβέργη, το πρώτο πράγμα που έκανε
ήταν να αγοράσει μία μεγάλη και όμορφη κάρτα. Άφησε να περάσει μια εβδομάδα, για να γνωρίσει
πρώτα την πόλη, κι ύστερα κάθισε στο τραπεζάκι του δωματίου της και με προσοχή
συγκέντρωσε τις σκέψεις της στο χαρτί.
” Αγαπημένη μου φίλη” έγραψε ” σε σκέφτομαι πολύ. Χαίρομαι τις διακοπές μου και απολαμβάνω τις ώρες,
που μου ανήκουν ολοκληρωτικά.
Όταν η ομίχλη σκεπάζει τους δρόμους, χάνομαι μέσα στην υγρασία της και περπατάω ως το πρωί.
Ακούω τα δέντρα…
Ακούω την άσφαλτο…
Μυρίζω τη συννεφιά…
Το μπαρ στη γωνία του δρόμου σερβίρει βότκα, ζεστό τσάι και αγριοκέρασα με σαντιγί.
Είναι κι αυτά τα λουλούδια…τόσα πολλά λουλούδια που κρέμονται από τα παράθυρα.
Και η βροχή που ξεσπάει ξαφνικά και χτυπάει τα τζάμια.
Είναι τόσα πολλά και είναι όλα στιγμές.
Ας περιμένω, λοιπόν, να γίνουν οι στιγμές παρελθόν, να πιάσουν μια γωνιά μέσα μου κι όσο περνάει ο καιρός να μου λένε: ” Ήταν όμορφα, πολύ όμορφα, τότε στη Νυρεμβέργη…!!!”
Αυτά έγραψε η Λορέττα Χέλντερλιν και υπέγραψε τη μεγάλη κάρτα. Ύστερα έγραψε τη διεύθυνση του παραλήπτη
στον φάκελο κι έτρεξε στο κοντινό ταχυδρομείο.
Αυτά για την κάρτα και κατόπιν την ξέχασε. Είχε να κάνει πολλά ακόμα και ο χρόνος δεν περίσσευε στις διακοπές της.
Πέρασαν οι μέρες. Κύλησε ο μήνας. Η Λορέττα γύρισε ξανά στη μικρή της πόλη. Μπήκε στο σπίτι της
και ήταν πέντε η ώρα, το απόγευμα. Ακριβώς όπως το είχε υπολογίσει. Ακούμπησε τα πράγματά της στο χολ
κι άνοιξε βιαστικά το γραμματοκιβώτιό της. Οι λογαριασμοί, τα διαφημιστικά φυλλάδια, η γνωστή πρόσκληση της ενορίας
για το κοντσέρτο του μήνα και ο φάκελος. Άσπρος, μεγάλος! Ήταν εκεί. Τον πήρε και τον ακούμπησε πάνω
στο στρογγυλό της τραπέζι. Και τώρα είχε καιρό…
Έβαλε με την ησυχία της να γίνεται ο καφές. Βρήκε τον αγαπημένο της δίσκο κι άνοιξε το πικάπ. Έστρωσε το τραπέζι.
Γι΄ αυτήν την απογευματινή ώρα προτιμούσε πάντα το ροζ τραπεζομάντηλο με τα μικρά κεντημένα λουλούδια.
Ύστερα άνοιγε πάντα το παράθυρο. Της άρεσε να βλέπει από τη θέση της το μεγάλο λιβάδι.
Και τώρα… ήταν όλα έτοιμα. Η μυρωδιά του καφέ και η μουσική του Μπετόβεν γέμισαν ξανά το δωμάτιο
κι ολόκληρο το σπίτι, όπως κάθε μέρα. Όπως για χρόνια ολόκληρα…
Κι ήταν πάντα αυτή την ώρα, που έπεφτε το απόβραδο και γέμιζε το σπίτι με τις σκιές του.
Και η Λορέττα την ήξερε αυτή την ώρα! Τη γνώριζε πολύ καλά και ποτέ δεν της άρεσε να την περνάει ολομόναχη…
Γι΄ αυτό άνοιξε τον μεγάλο φάκελο. Τράβηξε από μέσα του την μεγάλη, όμορφη κάρτα και διάβασε με δυνατή φωνή:
” Αγαπημένη μου φίλη, σε σκέφτομαι πολύ! Ο καιρός εδώ μου αρέσει πολύ και η Νυρεμβέργη είναι ένα ποίημα εποχής.
Χαίρομαι τις διακοπές μου….!”
***
( Συνεχίζεται)
©2024 Μαίρη Μάκρα
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
