Διηγηματική Ιστορία
Η Νανά έσκουζε. Και όχι πως τη λέγανε Νανά, αλλά την παρομοίαζα με την ηρωίδα του Ζολά, για να εκδικηθώ την αυστηρότητα της. Έπινε τον καφέ της και με κάρφωνε με τα μαύρα της μάτια πάνω από το φλιτζάνι..
-Τι δουλειά έχεις με τον Φιλάτοφ… Κοιμάσαι μαζί του;
Γέλασα και ένιωσα το λιγοστό φως στα παράθυρα του σπιτιού της με ζεστάνει.
Ο Μιχαήλ Φιλάτοφ, ως απόγονος μεγάλων ποιητών, θέλησε να τους κουνήσει το δάχτυλο και να φανεί αντάξιος τους. Χωρίς καμία ιδιαίτερη έμπνευση ή ταλέντο. Κάποιοι είπαν πως προσπάθησε να διευρύνει το μυαλό του με διάφορους τρόπους. Αντίθετα, το κατέστρεψε.
Έτσι, ένα από τα περίεργα απογεύματα της άνοιξης, με στρίμωξε στην παμπ που σύχναζα, έχοντας μια ιδιαίτερη πρόταση να μου κάνει. Ακούμπησε μπροστά μου μια ποιητική φυλλάδα, γυρισμένη στη σελίδα 7. Ο τίτλος έγραφε: Εσπερινός – της Καλλιόπης Ζόχου.
Δεν κατάλαβα τι ακριβώς ζητούσε. Έσκυψα στο κρασί μου και τον ένιωσα να με κοιτά πεισματικά.
Θα πάρεις τα 2/4 από το κέρδος. Θα κρατήσεις τα χειρόγραφα για εγγύηση…
Δεν είχα τίποτα. Ο Φιλάτοφ είχε μια κληρονομιά και ένα ανυπόγραφο συμβόλαιο να τον περιμένει. Ήρθε να με παζαρέψει, όπως ο διάβολος, στη δύσκολη ώρα. Το επόμενο πρωί του τηλεφώνησα. Μακάρι να ήξερα τότε.
Ο Φιλάτοφ με καλούσε διαρκώς στο σπίτι του. Εξέταζε ένα – ένα τα ποιήματα και περίμενα την έγκριση του. Στα χρυσά του μάτια τα σχήματα μεγάλωναν και άλλαζαν – μα, που να πάρει – ήταν τόσο όμορφα.
Έπρεπε να αντέξω τη μυρωδιά από τα τσιγάρα του όταν περιφερόταν στο σαλόνι. Και κάθε φορά, αντίκριζα τη φωτογραφία μιας κοπέλας, που έμοιαζε με όλες τις κοκεταρίες που τον επισκέπτονταν. Παρέες που αλλάζανε ανά μέρα ή ανά εβδομάδα, σαν να την έψαχνε σ΄εκείνες. Βούλιαζε σ΄ένα πάθος, το έβλεπα.
– Όλες της μοιάζουμε.
Είπε μια από αυτές. Τίναξε τα μαλλιά της ζωηρά και μου έκλεισε το μάτι..
Κάποιο απόγευμα του Ιουλίου η δουλειά μου τελείωσε. Με ακολούθησε ως την πόρτα. Ρώτησα αν θέλει κάτι ακόμα. Με άρπαξε και ακούμπησε το στόμα του στο δικό μου με βία. Το φιλί του με ζάλισε. Τραβήχτηκα απότομα και πιάστηκα από το πόμολο της πόρτας.
Καλλιόπη! Σε ικετεύω μην με αφήσεις.
Ήτανε η πρώτη φορά που πρόφερε το όνομα μου. Και για πρώτη φορά ο Φιλάτοφ μίλησε με την αυταπάρνηση ενός ποιητή. Ένιωσα λύπη. Έστριψα το πόμολο και εξαφανίστηκα.
—-
– Δεν ήταν ποτέ μαζί , έλεγε τώρα η πίστη μου φίλη, όταν τη θέλησε εκείνη είχε φύγει. Φαντάζομαι ξέρεις.
-Όχι , έγνεψα απλά, δεν ξέρω τίποτε…
©2023 Μαρία Μίγκλη
Αρθρογράφος – Συγγραφέας
