Διηγηματική ιστορία
Σαράντα επτά χρονών είμαι. Είκοσι χρόνια παντρεμένος με την Αφροδίτη. Μου΄χει ψήσει το ψάρι στα χείλη η ρουφιάνα τα τελευταία έξη με επτά, με την μίρλα της και την ασταμάτητη μουρμούρα. Λες και δε προσπαθώ, δε κοπιάζω κάθε μέρα στη δουλειά εγώ να φέρνω τα προς το ζην. Λες και είμαι κάνας τεμπέλης. Όλο γρίνα γρίνα γρίνα αφόρητη και μουρμούρισμα του θανάτου..
Ούτε γειά δε λέμε όταν φεύγω το πρωί και άμα πούμε καμιά καληνύχτα το βράδυ τυχεροί θα΄μαστε. Καμία φορά, άμα κάθομαι στο καναπέ, με κοιτάει σαν τη Μέδουσα η άτιμη, λέω τώρα θα με ορμήσει να με δαγκώσει.
Τις προάλλες, αφού με έπρηξε όλο το απόγευμα, υποχώρησα τελικά και βγήκαμε βόλτα. Πήγαμε για καφέ με τα κουμπαριά μας που λες, μετά από κάνα χρόνο που όλο λέμε λέμε λέμε και πότε δε πάμε. Ε τελικά αξιώθηκαμε και πήγαμε στην παραλιακή. Κάτσαμε απέναντι από ένα μαγαζί με αντίκες και η τζαμαρία του ήταν σα καθρέπτης που βλέπαμε τον εαυτό μας. Βρε πως μεγαλώσαμε έτσι σκέφτηκα…
Είπαμε κάνα δυο κουβέντες, τα γνωστά δηλαδή. Τι κάνεις, πώς είσαι, με τι καταπιάνεσαι, πώς είναι τα παιδιά κλπ. Και μετά, αφού ήρθαν οι καφέδες, άρχισε η κινητό-μελέτη από μένα και την Αφροδίτη. Όπως πάντα, facebook, Instagram, tik tok και ξανά μανά απ’ την αρχή. Σήκωνα το κεφάλι, που και που, να πάρω μια τζούρα καφέ και να γυρίσω μια βόλτα το βλέμμα, να δω τι κάνει το τρελό παρεάκι μας.
Έβλεπα που λες τον άλλον, όλο χαμόγελα και όλο γλυκές, και να σου τα πειράγματα με τη κυρά του, και να σου τα λουλούδια από το παιδάκι που ήρθε να πουλήσει στο τραπέζι – ήρθε πρώτα σε μένα και του γρύλισα, οπότε γύρισε σκιαγμένο στον άλλο τον χαλβά – και να σου οι αγκαλιές και τα ζαχαρώματα και τα γαργαλητά και τα βλέμματα όλο νοήματα..
Ζήλεψα αδερφάκι μου σου λέω! Ζήλεψα μέχρι το μεδούλι μου!
Κοίταξα εμπρός στο ρημαδοκαθρέπτη της απέναντι τζαμαρίας απέναντι και είδα τον εαυτό μου, μουντρούχο και αγέλαστο, σαν τον παπά Γιώργη όταν διαβάζει τον εξάψαλμο. Κοίταξα δίπλα την κυρά. Καθόταν στη καρέκλα με το ρημάδι το τηλέφωνο ραμμένο χέρι να ταξιδεύει σε ψεύτικα νησιά και ψεύτικες φιλίες. Τσουνάμι μέσα μου τα έπνιξε όλα σου λέω. Με μιας. Κύμα φούντωσε και μου ανέβηκε στον λαιμό. Μου ρθε να φωνάξω δυνατά.
“ΚΙ ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΩ!!!”
Σηκώθηκα αμέσως δίχως σκέψη και άρπαξα από το μπράτσο τον Λευτέρη.
“Έλα δω ρε! Έλα να πάμε πιο πέρα να σε ρωτήσω κάτι”
Ξιπάστηκε ο άνθρωπος. Σου λέει μύγα τον τσίμπησε τον τρελό! Τον τραβάω που λες και τόνε πάω πιο πέρα να μη μας ακούνε οι γυναίκες. Τον κοιτώ στα μάτια ένα δυο δεύτερα και του κάμω.
“Καλά ρε, γιατί είσαι τέτοιος;”
“Πώς είμαι δηλαδή ρε Μιχάλη;”
“Παρτάκιας είσαι ρε Λευτέρη. Παρτάκιας! Έχεις βρει το μυστικό της ευτυχίας και δε το μοιράζεσαι αδελφάκι μου με κανέναν.
Πες ρε, πώς είστε τόσο χαρούμενοι με την Λενιώ; Στα ίσια ρε λέγε. Ίδια χρόνια παντρεμένοι είμαστε. Ίδια δουλειά κάνουμε. Ίδια λεφτά βγάζουμε. Ίδια σπίτια έχουμε περίπου. Τι σε κάνει ρε ευτυχισμένο και δε το μάρτυρας να ευτυχίσουμε και μεις μια στάλα; Δηλαδή αμα έχεις τω Θεώ σου, βοηθά ρε και τον αδερφό σου”
“Βρε Μιχάλη, κάτσε να σου πω μια κουβέντα. Νομίζεις υπάρχει μυστικό ευτυχίας; Δηλαδή επειδή μας βλέπεις που κάνουμε σα παιδιά δεν έχουμε και μεις προβλήματα θαρρείς; Έχουμε και παρα-έχουμε και μάλιστα πολλά. Και κούραση και συνήθεια και οικονομικά ζητήματα και αβαρίες και απ’ όλα. Αλλά ότι και να κάνω δεν αλλάζουν αυτά βρε Μιχάλη. Δηλαδή άμα είμαι με τα μούτρα μέχρι το πάτωμα θα μπουν λεφτά στη τσέπη μου; Ή μήπως αμα μυξοκλαίω την μοίρα μου θα αλλάξει η ηλικία και θα αρχίσει να γύρνα το ρολόι ανάποδα;
Επιλογή είναι να μη μας παίρνει από κάτω, αλλά να βλέπουμε τη καλή πλευρά της ζωής. Να σε ρωτήσω όμως κάτι. Γιατί παντρεύτηκες φίλε μου; Άσε θα σου πω εγώ. Λεφτά βγάζεις, δόξα τον Πανάγαθο, ικανός είσαι. Να μαγειρεύεις ξέρεις και να καθαρίζεις επίσης, φρόντισε η μάνα σου να σου μάθει. Αν δε ξέρεις όμως μπορείς να πληρώσεις κάποια να ρθει να στα κάνει αυτά. Σεξ άνετα βρίσκεις, πολλές θα βρεις που το παρέχουν εύκολα. Οπότε γιατί παντρεύτηκες; Παντρεύτηκες για να έχεις την αγάπη, την υποστήριξη, την τρυφερότητα, την φροντίδα, την συντροφιά, την συμπόνια, την καλοσύνη σαν γυρνάς σπίτι, και αν αυτά τα έχεις ίσως και για να κάνεις απογόνους και να τους δείξεις πόσο ωραία είναι η ζωή με όλα αυτά. Σωστά; Μάντεψε τώρα γιατί παντρεύτηκε η γυναίκα σου. Για το σεξ νομίζεις; Για την πλούσια ζωή; Για τα λούσα και τα μεγαλεία; Ή μήπως δε μπορούσε να δουλέψει και να ζήσει μονάχη της. Ακριβώς για τα ίδια πράγματα με σένα παντρεύτηκε καημένε. Αυτά τα δίνετε ο ένας στον άλλο. Μη το νομίζεις όμως κρύα και παγερά, σαν αλισβερίσι. Μια γνήσια συμφωνία καρδιάς είναι. Εμπιστοσύνη τυφλή που λένε. Άκου αδερφέ μου, η κυρά δεν είναι απλά μια σύντροφος στη ζωή. Η κυρά, να ξέρεις, είναι η ευτυχία ή η δυστυχία σου. Θες να σαι χαρούμενος έχε την χαρούμενη, θες να σαι δυστυχής έχε την δυστυχισμένη. Για να το καταλάβεις, θα στο πω με παράδειγμα. Η κυρά είναι σαν πολλαπλασιαστής τάσης που λέγαμε και στη σχολή. Ό,τι δώσεις θα το αυγατίσει. Το κατάλαβα νωρίς ευτυχώς και από τότε όσο δίνω αγάπη και χαρά εκείνη δίνει πίσω το τριπλάσιο. Και έτσι χαιρόμαστε. Και με λίγα και με τίποτες. Μόνο να έχουμε ο ένας τον άλλο και να ξέρουμε ότι υπάρχει αγάπη. Ένα δίνω τρία παίρνω. Τρία δίνω πέντε παίρνω. Ένα λουλουδάκι της φέρνω, δυο φιλάκια μου κερνά π.χ. Μετά από τόσα χρόνια δεν τη βλέπω ερωτικά τόσο όσο το πρώτο καιρό, αυτό είναι αλήθεια. Όμως πίστεψε με, αμα υπάρχει ευχάριστο κλίμα στο σπίτι και ελαφριά διάθεση παιχνιδιάρικη, όλα γίνονται όπως πρέπει και με το παραπάνω. Και δε μου λείπει και τίποτα, ούτε μένα ούτε εκείνης. Αλλά θέλει να κάνεις μια μεγάλη υποχώρηση βρε Μιχάλη, που δε τη κάνουν πολλοί”
“Ποια ρε Λευτέρη, μιλά ρε θα με σκάσεις”
“Πρέπει να κατέβεις από το άλογο Μιχάλη μου. Να κόψεις το ύφος του στρατάρχη και να εκτιμήσεις και τον άλλον λιγάκι. Επειδή φέρνεις λεφτά εσύ και τι έγινε; Αυτή κάνει όσα της αναλογούν και με το παραπάνω. Ισότιμοι είστε. Αμα δε το χωνέψεις αυτό δε θα πας και πολυ μακριά απο κει που είσαι τώρα. Να λες καμία καλή κουβέντα. Να παινέψεις που και που. Να νοιαστείς. Να καταλάβει η κυρά, πως την αγαπάς όχι στα λόγια μόνο, αλλά και στη πράξη. Μετά να δεις πως θα κάνει και κείνη, και συ πως θα αλλάξεις μέρα τη μέρα με την πολλαπλασιασμένη αγάπη που θα σου παρέχει”
“Λευτέρη μου, θα το προσπαθήσω το υπόσχομαι αδερφέ, γιατί βλέπω το που φτάσαμε και δε μ’ αρέσει.. Να αυτό που υπάρχει ανάμεσα σε σένα και τη Λενιώ λαχταρώ να ζω και γω με την Αφροδίτη. Την αγαπάω και την εκτιμώ την Αφροδίτη μου. Ίσως με το καιρό να μαζέψαμε πολλά μέσα μας και να μουδιάσαμε λίγο λίγο κάθε μέρα. Τώρα πού ταρακουνήθηκα φίλε μου, θα το βάλω σκοπό της ζωής να το αλλάξω. Να μας ξανακάνω σύμμαχους και αγαπημένους συντρόφους. Να γελάσει λίγο το χειλάκι μας και μας. Να τη πάρω να πάμε μια βόλτα μόνοι. Να τη βγάλω σε καμιά ταβερνούλα να θυμηθούμε τα παλιά. Να την πειράξω λιγάκι. Σε ευχαριστώ βρε Λευτέρη μου, χίλια χρόνια να ζήσεις, να αγιάσεις. Σε ευχαριστώ, με ξύπνησες. Άντε πάμε μην ανησυχήσουμε τα κοριτσάκια μας. Κοίτα που κοιτάνε, θα λένε τι μουρμούρανε αυτοί τόση ώρα εκεί…”
©️2024 Στρατής Ρήγας
Αρθρογράφος * Λογοτέχνης

Πολύ ωραίο, μπράβο!