Διηγηματική Ιστορία
Βγαίνω να πετάξω τα σκουπίδια. Είναι Παρασκευή μεσημέρι και ο ήλιος με ζεσταίνει γλυκά. Νιώθω αισιόδοξος.
Δεν είμαι σίγουρος για ποιο λόγο. Σκέφτομαι ότι δεν έχει σημασία.
Όταν βρίσκομαι στα down μου, πάλι δεν ξέρω τον λόγο, αλλά η θλίψη κάνει μια χαρά τη δουλειά της.
Χωρίς τι και πως αφήνομαι να απολαύσω την αίσθηση. Μια στο τόσο δεν είναι κακό, κανείς δεν θα με παρεξηγήσει.
Πατάω το πετάλι του μπλε κάδου, το καπάκι ανασηκώνεται και αδειάζω μέσα το περιεχόμενο του καλαθιού.
Μια άσχημη μυρωδιά με χτυπάει κατά πρόσωπο, μάλλον κάποιος δεν ξεφορτώθηκε εκεί μόνο ανακυκλώσιμα υλικά.
Πρόβλημά του. Εγώ έκανα το καθήκον μου. Με το καλάθι άδειο επιστρέφω στο κατάστημά μου. Η ώρα είναι δυόμιση.
Το σαββατοκύριακο ξεδιπλώνεται μπροστά μου. Νιώθω σαν παιδί μέσα σε ζαχαροπλαστείο.
Σβήνω τα φώτα παίρνω το μπουφάν μου και βάζω συναγερμό. Φοράω το κράνος και ετοιμάζομαι να ανέβω στη μηχανή.
Η καλή μου διάθεση σκαρφαλώνει στη σέλα πίσω μου με σφίγγει από τη μέση.
Σκέψου, τι θα ήθελες τώρα να σου συμβεί, σκέψου τίμια. Αναρωτιέμαι. Είναι μια ερώτηση
που δεν συνειδητοποιείς πόσο δύσκολη είναι, μέχρι να την κάνεις στον εαυτό σου.
Εμπρός λοιπόν, σκέψου ό, τι θέλεις. Οτιδήποτε. Παναγίτσα μου!
Όσο περιμένω να ανάψει το πράσινο χαζεύω πίσω από τη βιτρίνα του νυχάδικου μια γυναίκα να κάνει μανικιούρ.
Πιο πέρα μια πινακίδα διαφημίζει ψητό κοτόπουλο και τηγανιτές πατάτες σε προσφορά.
Μην πας να ξεφύγεις. Σου έκανα μια ερώτηση. Περιμένω. Το φανάρι ανάβει, ανοίγω το γκάζι.
Ο αέρας γλιστράει πάνω στο πρόσωπό μου. Το στομάχι μου γουργουρίζει. Έλα, μεταξύ μας είμαστε.
Δεν θα σε κοροϊδέψει κανείς. Πες μου, τι τραβάει η ψυχή σου. Αρχίζω να το συλλογίζομαι για να ξεμπερδεύω.
Δεν μου έρχεται τίποτα πρωτότυπο.
Να κερδίσω το τζόκερ; Πολύ μπανάλ.
Να γνωρίσω τον έρωτα τις ζωής μου; Δεν τσιμπάω, τον έχω ήδη γνωρίσει.
Έλα, τώρα, προσπάθησε τίμια. Δεν μπορεί να είναι τόσο δύσκολο. Και τότε μου έρχεται η ιδέα
και αμέσως νιώθω τη γαλήνη να με κυριεύει, σημάδι που βρίσκομαι στο σωστό δρόμο. Βέβαια, αυτό είναι.
« Θα ήθελα να χτυπήσει τώρα, τώρα, τώρα το τηλέφωνο και να είναι ο Σκορτσέζε.
Να μου πει ότι διάβασε το βιβλίο μου και ότι δεν μπορεί να το βγάλει από το μυαλό του.
Θέλει οπωσδήποτε να το κάνει ταινία.»
Εντάξει, ό,τι τραβάει η καρδιά μου δεν είπε; Αυτό θέλω!
Τώρα, βέβαια, για να γίνουμε σοβαροί, πώς ακριβώς θα μπορούσε να είχε διαβάσει ο Σκορτζέζε το βιβλίο μου;
Θα είχε κάνει μαθήματα Ελληνικών στον ελεύθερο χρόνο του;
Εξάλλου, ακόμα και έτσι να γινόταν, γιατί να καλέσει εμένα; Τα δικαιώματα τα έχει ο εκδοτικός για δέκα χρόνια.
Αλλά, έστω και πήρε εμένα τρέχα γύρευε γιατί, πώς θα μπορούσα να απεγκλωβιστώ από τον εκδοτικό,
για να καρπωθώ ο ίδιος τα δικαιώματα του έργου;
Θα πρέπει να διαβάσω το συμφωνητικό και να πάρω τη δικηγόρο. Κάτι θα σκεφτεί εκείνη.
Θυμάμαι ότι το συμβόλαιο αναφέρει ότι αν εξαντληθούν τα αντίτυπα του έργου
και ο οίκος δεν προβεί σε επανέκδοση μέσα σε έξι μήνες, τότε αυτόματα χάνει τα δικαιώματα.
Θα αρκούσε λοιπόν να αγοράσω όλα τα αντίτυπα και να περιμένω έξι μήνες.
Αν όμως ο Σκορτσέζε βιάζεται;
Και εξάλλου πως μπορώ να είμαι σίγουρος ότι ο οίκος δεν θα επανεκδώσει το βιβλίο;
Θα πρέπει να βρω μια άκρη σε αυτό.
Πόσα άραγε πληρώνεται ένα βιβλίο που παραχωρεί τα δικαιώματα στο Χόλυγουντ;
Ιδέα δεν έχω.
Θα είναι όμως αρκετά. Θα συνεχίσω μετά να δουλεύω;
Και βέβαια!
Τι, θα γίνω τεμπέλης; Η καθημερινότητά μου δεν θα αλλάξει.
Απλώς τα χρήματα θα μου εξασφαλίσουν ασφάλεια για το μέλλον.
Δεν έχω ανάγκη τίποτα άλλο.
Εντάξει, ίσως κάνω κι εκείνο το ταξίδι στη Νέα Υόρκη που ονειρεύομαι εδώ και δέκα χρόνια.
Θα αγοράσω και ένα τζουκ μποξ. Μεράκι το έχω. Μετά, βέβαια μπορεί να γλυκαθώ,
η ταινία να κάνει επιτυχία και να μου ζητήσουν να συνεχίσω να γράφω.
Έχω τίποτα στο μυαλό μου, για να ξεκινήσω; Θα είναι άραγε καλό όπως το πρώτο;
Ουφ, τι μπλέξιμο στα καλά καθούμενα;
Ξέρω, δεν γνωριζόμαστε και τόσο καλά και νομίζω πρέπει να διευκρινίσω κάτι σε αυτό το σημείο.
Δεν είμαι βλαμμένος, δεν ακούω το θεό να μου μιλάει.
Εννοώ πως δεν θα τρέξω να ράψω κουστούμι για την τελετή των Όσκαρ.
Άφησα λίγο τον εαυτό μου απλά να φαντασιωθεί παραδείσους.
Και λοιπόν;
Ενοχλώ κανέναν;
Δηλαδή, όταν σκέφτομαι ότι όλα πάνε κατά διαόλου, τότε είμαι ρεαλιστής;
Μπορεί τότε να είμαι…
Και εκείνη τη στιγμή συμβαίνει το μόνο πράγμα που μπορεί να συμβεί.
Το τηλέφωνό μου αρχίζει να δονείται μέσα στην τσάντα μου.
Τέτοια ώρα με καλούν συνήθως εταιρίες ενέργειας ή τηλεφωνίας από Αθηναϊκά νούμερα. Δεν είναι κάτι σπάνιο.
Μόλις μου λένε τι θέλουν, το κλείνω και βάζω τον αριθμό σε φραγή.
Με παίρνουν όμως πάλι, από άλλο νούμερο.
Μάλλον θα τα αλλάζουν συνεχώς ή τα νούμερά τους θα είναι ατελείωτα.
Δεν βαριέσαι, τη δουλειά τους κάνουν.
Χωρίς να ελαττώσω ταχύτητα με το αριστερό μου χέρι ξεκουμπώνω την τσάντα μου
και τραβάω το τηλέφωνο από τη θήκη. Είναι από απόκρυψη.
Απόκρυψη! Πόσο καιρό έχουν να με καλέσουν από απόκρυψη, αυτό, μάλιστα, είναι ασυνήθιστο.
Η απορία μου κρατάει λίγα δευτερόλεπτα.
Αμέσως μετά μπαίνω στο νόημα. Μα φυσικά, εκείνος θα είναι. Ο Σκορτσέζε!
Ποιος άλλος θα μπορούσε να πάρει με απόκρυψη ακριβώς τη στιγμή που τον μελετάω;
Αυτός είναι, δεν υπάρχει αμφιβολία.
Μπορώ να μιλήσω στο τηλέφωνο, ενώ οδηγώ τη μηχανή. Ξέρω, είναι επιπόλαιο, δεν το καμαρώνω,
αλλά το κάνω, το παραδέχομαι. Αυτή τη φορά όμως είναι διαφορετικά.
Όταν σε παίρνει ο Σκορτσέζε, κοκαλώνεις. Θέλεις να τον ακούσεις καθαρά. Και αυτός να ακούσει εσένα.
Σταματώ σε μια σκιά, σβήνω τη μηχανή και βγάζω το κράνος.
Με την απόλυτη βεβαιότητα ότι το τηλεφώνημα εκείνο θα αλλάξει τη ζωή μου,
ότι μετά από εκείνη την κλήση τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο,
αγγίζω την οθόνη και φέρνω το τηλέφωνο στο αυτί.
Προλαβαίνω να αναρωτηθώ αν η προφορά του Σκορτσέζε θα είναι στρωτή, ώστε να καταλάβω τα Αγγλικά του, και απαντώ.
– Hello…
– Καλησπέρα, ο Γιάννης είμαι. Τι κάνεις παλληκάρι μου, βλέπεις κανέναν από τους συμμαθητές μας;
Εγώ; χάλια. Άργησε να μπει η αναπηρική σύνταξη και έχω μείνει ρέστος.
Δεν έχω καν να αγοράσω πάμπερς και μωρομάντηλα.
Είμαι από χτες λερωμένος, άσε, έχουν κολλήσει επάνω μου και βρωμάω ολόκληρος.
Μπορείς να μου στείλεις κανένα ψιλό;
– Οκ, απάντησα με αμερικάνικη προφορά.
Φοράω το κράνος και βάζω μπρος. Ανοίγω ταχύτητα, βγαίνω από την σκιά στον ήλιο.
Το σαββατοκύριακο ακόμα μπροστά μου.
©️2024 Δημήτρης Ψαθόπουλος
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
