Διήγηση – Ένα ζευγάρι καλοκαιρινά πάνινα παπούτσια –

Διήγηση – Ένα ζευγάρι καλοκαιρινά πάνινα παπούτσια –

Διήγηση

Συνέχισα να περπατάω …
Η νοσοκόμα μου κρατούσε το χέρι σφιχτά, σχεδόν σαν να εξαρτιόταν η ζωή μου από το χέρι της, από τη δύναμη που έβαζε στα δάχτυλα κρατώντας τα δικά μου. Τα βήματα συνέχισαν στον σκοτεινό διάδρομο, ενώ γνώριμες φωνές φώναζαν τ΄όνομα μου …μου δίναν ευχές να μη γυρίσω πίσω ποτέ ξανά …να μην το βάλω κάτω …αν γίνεται να ξεχάσω …
Άνοιξε η σιδερένια πόρτα μ΄εκείνον τον χαρακτηριστικό, ανατριχιαστικό θόρυβο, που είμαι σίγουρη πως δεν θα τον ξεχάσω ποτέ όσο ζω …
-Εγώ μπορώ μόνο μέχρι εδώ να σε συνοδέψω …
Γύρισα και κοίταξα δειλά το πρόσωπο της που έλαμπε ολόκληρο, παρά την αγωνία της ….το ήξερα πως αγωνιούσε για μένα …το ένιωθα …
-Να προσέχεις …και μόλις τακτοποιηθείς στο σπίτι να μ΄ενημερώσεις. Σου υπόσχομαι πως στο πρώτο ρεπό που θα μου δώσουν, θα΄ρθω να πιούμε καφεδάκι.
Ήταν μόλις ένας στενός διάδρομος τεσσάρων μέτρων …ήταν αδύνατο να υπολογίσω τα βήματα που έπρεπε να κάνω για να είμαι και πάλι ελεύθερη … Ελεύθερη …πόσο παράξενη λέξη μα το Θεό …ελεύθερη …δήλωνα ελεύθερη όταν ζούσα με κείνον τον Δαίμονα …όταν όλη μου η ζωή εξαρτιόταν από τη διάθεση του, όταν κάθε ανάγκη μου έπρεπε κυρίως να έχει γραμμένο τ΄ όνομα του, όταν η ζωή μου είχε μεταμορφωθεί σε μια μόνιμη, αβάσταχτη αγωνία ….και τώρα εννιά ολόκληρους μήνες μετά τον εγκλεισμό μου, πόσο τραγικά αστείο Θεέ μου, θα δήλωνα και πάλι ελεύθερη …
Βγήκα στον δρόμο με μια γλυκιά ταραχή να΄χει κατακτήσει κάθε κύτταρο μου, δεν ήθελα να σηκώσω το βλέμμα …φοβόμουν …οι θόρυβοι της πόλης άρχισαν σιγά σιγά να μου υπενθυμίζουν πως το μικρό, σιωπηλό δωμάτιο της ψυχιατρικής κλινικής ήταν πια πολύ μακριά, για να τρέξω να κρυφτώ κάτω από τη σκληρή κουβέρτα, που σχεδόν χαράκωνε το κορμί μου … Έπρεπε να κάνω το επόμενο βήμα, αν ήθελα να ζητήσω ξανά πίσω τη ζωή μου, έπρεπε να σηκώσω το βλέμμα και να κάνω το επόμενο βήμα …εκεί …στον φθαρμένο δρόμο, με τις λακκούβες γεμάτες λασπόνερα από τη χθεσινοβραδινή μπόρα … Ασυναίσθητα κοίταξα τα καλοκαιρινά μου παπούτσια, δεν ήθελα να βραχούν ή να λερωθούν, δεν ήθελα να νιώσω τη λάσπη να τρυπώνει σαν λαθρεπιβάτης μέσα τους και με περισσό θράσος να μ΄αγγίξει … Στη στιγμή δεκάδες αναμνήσεις από το περσινό καλοκαίρι άρχισαν να ζωντανεύουν μπρος τα μάτια μου …έβρεχε και εκείνη τη μέρα …η φωνή του ξαφνικά ζωντάνεψε μέσα στ΄αυτιά μου …οι βρισιές …οι παράλογες κατηγορίες και η βροχή να μη σταματάει να διεισδύει μέσα μου …… Μια επίμονη κόρνα αυτοκινήτου μ΄επανέφερε στη μέρα που ξανά μπορούσα να δηλώνω ‘ελεύθερη’ …
Διαολεμένη η μνήμη και η θύμηση …τα βήματα από μόνα τους ξεκίνησαν τον δρόμο της επιστροφής ….εκεί …στο μικρό διαμέρισμα της γιαγιάς, με το πέτρινο τζάκι, που ακόμη στολισμένο με τις φωτογραφίες της, φάνταζε σαν να είχε ξεπηδήσει από μια άλλη εποχή, με την κουνιστή καρέκλα που δε σταματούσα να ξεσκονίζω, μα που δεν τολμούσα να καθίσω, με τις παλιομοδίτικες πορσελάνες, που γλίτωσαν σχεδόν από θαύμα από τα ξεσπάσματά του … Εκεί στο μικρό καθιστικό που είχα περάσει τις πιο όμορφες στιγμές μαζί της …εκεί ήθελα να μείνω …για πάντα …
Δεν τόλμησα να μπω στο υπνοδωμάτιο, έκλεισα με θόρυβο την πόρτα και επέστρεψα στον αγαπημένο καναπέ που τόσο μου είχε λείψει. Έβγαλα στο μπαλκόνι τα βρεγμένα καλοκαιρινά παπούτσια και μπήκα διστακτικά στην κουζίνα. Όλα στην θέση τους, σαν να μην είχε γίνει απολύτως τίποτα, σαν να είχα φύγει απλώς για …πολύμηνες διακοπές. Τακτοποιημένα, ελαφρώς σκονισμένα και απαλλαγμένα από το ….αίμα ….
Η εικόνα να τον παρακολουθώ να χαρακώνει τις φλέβες μου και να παρατηρώ με μια αφύσικη ηρεμία το αίμα να λερώνει τα πάντα έκανε να ζωντανέψει ξανά μπροστά μου, μα ευτυχώς τη σταμάτησα … Όχι, δεν ήθελα να θυμάμαι, ήθελα όμως έναν μερακλίδικο Ελληνικό καφέ και σουσαμένιο κουλούρι. Χωρίς να το θέλω χαμογέλασα …φόρεσα ένα άλλο ζευγάρι παπούτσια πήρα την τσάντα στα χέρια και στάθηκα μπροστά στην πόρτα, έκανα ν΄απλώσω το χέρι στο πόμολο όταν ξαφνικά αισθάνθηκα τρόμο …αν …αν εκείνος είχε μάθει για την επιστροφή μου …αν τολμούσε να εμφανιστεί ξανά μπροστά μου …αν επιχειρούσε ν΄αποτελειώσει αυτό που ξεκίνησε …
Μέσα σε μια στιγμή η διάθεση για καφέ και κουλούρι μετατράπηκε σε μια απίστευτη αγωνία, που κατέληξε σ΄ένα άσχημο ξέσπασμα από χολές που από το πουθενά πλημμύρισαν το στόμα μου. Τελικά αποκοιμήθηκα εξαντλημένη στον αγαπημένο καναπέ της γιαγιάς αγκαλιά με το σάλι της.
Η ζωή όμως βρίσκει πάντα τον τρόπο να συνεχίσει ….
Τελικά κατάφερα να βγω από το σπίτι μετά από τρεις μέρες, αφού τελείωσαν τα μπαγιάτικα μπισκότα και ένα άθλιο μαυροζούμι που έφτιαχνα από ένα παλιό κουτί που δήλωνε πως κάποτε ήταν καφές φίλτρου. Κατάφερα να μπω στο μίνι μάρκετ της γειτονιάς και ν΄αγοράσω τ΄απαραίτητα, όπως κατάφερα να φάω και ένα σουσαμένιο κουλούρι μ΄έναν ζεστό γλυκό Ελληνικό καφέ. Κατάφερα να σηκώσω το βλέμμα και να κοιτάξω τον ορίζοντα, κατάφερα να μιλήσω σ΄έναν άγνωστο για να του ζητήσω οδηγίες, κατάφερα να χαμογελάσω σε δυο πιτσιρικάδες που έπαιζαν στο πάρκο …
Ξέρω πως κάποια στιγμή θα καταφέρω να σταθώ και κάτω από τη βροχή …και ίσως τελικά μια μέρα καταφέρω να μπω και στο δωμάτιο που κάποτε μου ψιθύριζες πως είμαι όλη σου η ζωή …ίσως κουρνιάσω σε κείνη τη γωνιά που συνήθιζες να με κλείνεις σφιχτά στην αγκαλιά σου και να μου σιγοτραγουδάς …ίσως …καταφέρω να στρώσω ξανά το κρεβάτι …ίσως μάλιστα καταφέρω και ν΄αποκοιμηθώ …ποτέ ξανά όμως δεν θα φορέσω πάνινα καλοκαιρινά παπούτσια …

 

©2023 Μαρία Σταυρίδου

Αρθρογράφος – Λογοτέχνιδα

Μαρία Σταυρίδου

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ - ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ - Η Μαρία Σταυρίδου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Εργάσθηκε με επιτυχία ως διευθυντικό στέλεχος στον ιδιωτικό τομέα. Σήμερα ασχολείται με τη συγγραφή βιβλίων – ποιημάτων και παραμυθιών. Γράφει με την οπτική και αθωότητα έφηβης, με την ικανότητα να πηγαινοέρχεται από την ουτοπία στο ρεαλισμό με μεγάλη ευκολία και δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία, να νιώσει συναισθήματα που τα έχει ξεχάσει. Κείμενα της βρίσκουμε σε πολλά λογοτεχνικά σάιτ, μπλοκ, περιοδικά και διαδικτυακές ομάδες, ενώ ολοκληρωμένη η δουλειά της παρουσιάζεται στο www.mariastavridou.gr Σήμερα είναι ιδιοκτήτρια του Εκδοτικού Οίκου ΓΛΑΥΚΑ ekdoseisglauka.gr

Αφήστε μια απάντηση