Ποίημα
Το σκοτάδι απλώνει,
στης θάλασσας τη σιγαλιά,
και το χλωμό φεγγάρι,
ψάχνει του έρωτα την αγκαλιά.
Σαν σπασμένος καθρέφτης,
της φύσης η σκοτεινιά,
μέσα από σκοτεινές ρωγμές,
γλυκιά απανεμιά.
Κάτω από το φεγγαρόφωτο,
τα κύματα παιχνιδίζουν,
λούζονται με χρυσόσκονη,
φαντάζουν και χρυσίζουν.
Κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο,
στη άκρη του γιαλού,
ξέμπαρκη μιά βαρκούλα,
στη σκιά του φεγγαριού.
Κάτω απ΄το χλωμό του φως,
της νύκτας το μεθύσι,
ο νιός μετράει τα λεπτά,
η νιά να μην αργήσει.
Όνειρα πλέκει μέσ’το νου,
θέλει να εκπληρώσει,
κάτω απ’ το φως του φεγγαριού,
τον πόθο του να νοιώσει.
Ξέμπαρκη βαρκούλα,
στη ακροθαλασσιά,
μονάχη πιά δεν είναι,
έχει και συντροφιά.
Και το φεγγάρι κωπηλατεί,
της βάρκας τα κουπιά,
σ’ ένα ταξίδι του έρωτα,
σε μαγικά φιλιά.
Δύο σκιές μαγευτικές,
σ’ ονειρεμένη βαρκάδα,
μέσ’ της αγάπης τα νερά,
κάτω απ’ τη φεγγαράδα.
Μιά μαγεία το πέλαγος,
δύο ψυχές αντάμα,
μέσ’ της νύκτας τη σιγαλιά,
με όρκους κάνουν τάμα.
Αλμύρα έχει θάλασσα,
γλυκά είναι τα φιλιά τους,
υγρός αέρας γύρω τους,
φωτιά η αγκαλιά τους.
Χλώμιασε και ζήλεψε,
τώρα το φεγγάρι,
τη βαρκούλα στο γιαλό,
τη νιά το παλληκάρι.
Τα κύματα παίζουν μουσική,
σχήματα ζωγραφίζουν,
και στο χλωμό φεγγαρόφωτο,
τα δυό κορμιά λικνίζουν.
Οι δυό ένα γίνανε,
οι δυό ψυχές σε μία,
γλυκιά η γεύση του έρωτα,
κάτω απ’ το φωτεινό μανδύα.
Κάτω απ’ το σεληνόφωτο,
και το χλωμό φεγγάρι,
ο έρωτας φτερούγισε,
μαζί του, να τους πάρει.
Όρκους στης νύκτας τη σιγαλιά,
απόψε θε να στείλουν,
στο σύμπαν για παντοτινά,
την αγάπη τους ν’ αναγγείλουν.
©2024 Αντρούλλα Θεοκλή Νικηφόρου
Αρθρογράφος – Ποιήτρια
