Ερωτικό Instantane – Εγκληματίας καθ΄υποτροπή –

Instantane

Η ημερομηνία που με αγωνία περίμενε τόσα χρόνια ο Νίκος, είχε φτάσει. Επιτέλους στα 30 του
θα αποφυλακιζότανε. Πλήρωσε το νεανικό του λάθος, για τη συμμετοχή σε μια αποτυχημένη
ένοπλη ληστεία σε τράπεζα με 10 χρόνια φυλακής. Χρωστούσε άλλα 5 χρόνια, όμως τον άφησαν
υπό όρους λόγω καλής διαγωγής. Όλα αυτά τα χρόνια ο Νίκος τα εκμεταλλεύτηκε σπουδάζοντας.
Στην αρχή τέλειωσε το γυμνάσιο στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας και στη συνέχεια πήρε
το απολυτήριο του Επαγγελματικού Τεχνικού Λυκείου με την ειδικότητα Τεχνικός Οχημάτων.
Πάντα του άρεσαν τα αυτοκίνητα. Η Κοινωνική Λειτουργός που τον αποχαιρέτισε
του εξήγησε ότι βγαίνοντας από την πύλη, η ελευθερία δεν θα σήμαινε μόνο καλές στιγμές,
αλλά θα είχε και πολλές δυσκολίες.
Πρώτα η αποδοχή από το περιβάλλον του και έπειτα η προσαρμογή του σε έναν νέο κόσμο
που εξελίσσονταν ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Για τον Νίκο τα πράγματα θα ήταν δυσκολότερα,
αφού κανείς δεν τον επισκέφτηκε τόσα χρόνια. Ούτε ο ίδιος επεδίωξε να πάρει κάποια άδεια,
που θα ήταν εύκολη λόγω της καλής του διαγωγής. Και που να πάει;
Ο πατέρας του πέθανε λίγο καιρό μετά την σύλληψή του από ντροπή και η μητέρα του
δεν μπόρεσε αυτήν την απώλεια να τη συγχωρήσει στον γιό της. Λίγες μέρες πριν την αποφυλάκιση,
του διεμήνυσε να μην τολμήσει να πλησιάσει το σπίτι της. Ο Νίκος έφθασε στην πόλη του
με το μικρό οικονομικό βοήθημα προσαρμογής από την πολιτεία. Το ποσό αυτό θα του έφθανε
μαζί με το εισιτήριο, για λίγες μόνο μέρες για σίτιση.
Για στέγαση ούτε λόγος!
Η μικρή τους πόλη είχε αλλάξει τελείως. Μερικές πολυκατοικίες ήδη ορθώθηκαν στο κέντρο της.
Τα περισσότερα καταστήματα που γνώριζε είχαν κλείσει και στη θέση τους υπήρχαν μόνο καφέ,
φαστφουντάδικα και σουπερμάρκετ. Με μία συστατική επιστολή στο χέρι απευθύνθηκε στη
Μητρόπολη, που διέθετε ένα εθελοντικά υποστηριζόμενο χώρο για άστεγους. Του αρνήθηκαν
μια ολιγοήμερη φιλοξενία, με τη δικαιολογία ότι δεν έχουν διαθέσιμο χώρο. Το ίδιο και ο Δήμος.
Στις μικρές κοινωνίες η συγχώρεση είναι πολύ δυσκολότερη. Ευτυχώς ο καιρός ήταν ακόμη καλός
και ένα παγκάκι τον φιλοξένησε τις πρώτες ημέρες. Έτσι άρχισε να ψάχνει για δουλειά.
Στα συνεργεία αυτοκινήτων και στα βενζινάδικα τον έδιωχναν χωρίς καν να προλάβει να τους μιλήσει.
Στήθηκε στην πιάτσα των αλλοδαπών εργατών για μικροδουλειές, αλλά προτιμούσαν τους Πακιστανούς
από το μίασμα της πόλης τους. Τελικά κατάφερε να τον προσλάβουν σε ένα συνεργείο καθαρισμού
που είχε ανάγκη από χέρια. Η δουλειά ήταν νυχτερινή. Θα έπρεπε να καθαρίζουν μία σειρά από μπαρ και καφέ,
πριν ανοίξουν το επόμενο πρωί. Με πολύ προθυμία έκανε τη δουλειά του.
Έτσι κατάφερε να βρει στέγη σε ένα μικρό διαμέρισμα μαζί με δύο ακόμη αλλοδαπούς.
Σε ένα από τα καφέ που καθάριζε συνήθως τα ξημερώματα, ο ιδιοκτήτης που ερχότανε νωρίς, εντόπισε
αμέσως την εργατικότητά του και εκτίμησε τον ευγενικό του χαρακτήρα.
Ένα πρωί τον κάλεσε πριν φύγει, να κάτσει μαζί του να πιούν παρέα έναν καφέ. Αμέσως ο έμπειρος
επιχειρηματίας αντιλήφθηκε ότι ο νέος που κάθονταν απέναντί του δεν είχε καμία σχέση με τον πρώην κατάδικο.
Ο τρόπος που μιλούσε και η συμπεριφορά του έδειχνε έναν καλλιεργημένο άνθρωπο και αποφάσισε να του προτείνει
να τον προσλάβει. Είχε και διαθέσιμο ένα πίσω δωμάτιο, όπου θα μπορούσε να μείνει. Ο Νίκος ήταν πανευτυχής.
Έπιασε με μεράκι τη νέα του δουλειά. Άλλωστε και έφηβος δούλεψε ως σερβιτόρος σε νεανικά καφέ μπαρ,
αλλά και στη φυλακή δούλεψε πολλές φορές στην κουζίνα.
Όλα πήγαιναν κατ’ ευχή. Η αποδοχή από την κοινωνία της πόλης του ήταν αργή, αλλά και έτσι,
αυτός ήταν ευχαριστημένος.
Μέχρι και η μάνα του πέρασε δήθεν τυχαία να τον δει.
Άκουγε συνεχώς πόσο αλλαγμένος ήταν ο Νίκος της και αποφάσισε να το δει με τα μάτια της.
Όταν αντίκρισε τον μονάκριβό της τα πόδια της λύθηκαν. Κάποιο περαστικοί τη σήκωσαν στα χέρια
και την πήγαν στο καφενείο για να την συνεφέρουν. Όταν άνοιξε τα μάτια το πρώτο που
είδε ήταν το πρόσωπο του παιδιού της, γεμάτο ανησυχία να της χαϊδεύει στοργικά τα χέρια.
Τον αγκάλιασε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα.
Το μόνο που έλεγαν ο ένας στον άλλον ήταν «συγγνώμη». Με τη λέξη αυτή προσπαθούσαν
να ισιώσουν τη γραμμή της ζωής τους, που στράβωσε τα τελευταία χρόνια και να ημερέψουν
τον πόνο που αλληλοπρόσφεραν. Η αποδοχή της μάνας σήμαινε και αποδοχή όλης της πόλης.
Ο Νίκος πια έμενε στο σπίτι που γεννήθηκε, αλλά φυσικά συνέχιζε και τη δουλειά του στο καφέ.
Παρόλο που τον ζήτησαν σ΄ένα συνεργείο αυτοκινήτων, γαλουχημένος με τη μπέσα της φυλακής,
δεν θέλησε να φανεί αχάριστος.
Μια ημέρα σε ένα τραπέζι κάθισε μια παρέα γυναικών. Όταν πλησίασε να πάρει την παραγγελία,
μόνο που δεν του έπεσε ο δίσκος από τα χέρια. Ανάμεσά τες ήταν και η Λία,
ο πρώτος και μοναδικός έρωτας της ζωής του, πριν αυτή στραβώσει. Όμως και η Λία έμεινε άναυδη
που τον είδε. Γνώριζε ότι επέστρεψε, αλλά οι γονείς της, της είπαν να μην ξαναπατήσει
το πόδι της στο σπίτι, αν τον ξανάβλεπε. Άλλωστε ένα καλό προξενιό ήταν στα σκαριά
και δεν θα το χαλούσαν με τίποτε. Στα 28 πλησίαζε η κόρη τους και αν αργούσαν λίγο ακόμη
θα τους έμενε αμανάτι και αυτό κυρίως εξαιτίας του πείσματός της να μην θέλει να ξεχάσει
τον πρώτο και μοναδικό και γι’ αυτήν έρωτα της ζωής της.
Καμιά στο τραπέζι δεν κατάλαβε τίποτε. Απλά από το βλέμμα και μόνο του Νίκου,
μόλις έφυγε με την παραγγελία, πείραξαν τη Λία για το ενδιαφέρον αυτού του όμορφου σερβιτόρου.
Κάποια στιγμή η Λία που από ώρα δεν άκουγε και δεν έβλεπε τίποτε, σηκώθηκε
για την τουαλέτα. Μόλις βρέθηκε στον προθάλαμο, είδε το Νίκο να την περιμένει.
Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν με πάθος.
Δεν μίλησαν. Έδωσαν μόνο ραντεβού το ίδιο βράδυ, μετά τη δουλειά του.
Του διηγήθηκε για τη ζωή της, για την επιμονή των δικών της να την παντρέψουν.
Ποτέ δεν θα συναινούσαν να τα ξαναφτιάξει με έναν κατάδικο, ένα απόβρασμα της κοινωνίας.
Αυτοί ανάθρεψαν τα δύο παιδιά τους με φροντίδα και τα ήθελαν υπόδειγμα στην κοινωνία και ας
ήταν ο μικρός τους γιος ζωηρός και σε πολλές περιπτώσεις ανεξέλεγκτος και ας άκουγαν
γι΄αυτόν διάφορα παράξενα, που σίγουρα τους τα μετέφεραν από ζήλεια. Θα πέθαιναν, όπως πέθανε
και ο πατέρας του Νίκου από ντροπή, αν έκανε κάποιο κακό ο γιός ή η κόρη τους.
Οι δύο νέοι άρχισαν να βρίσκονται όλο και πιο συχνά. Ο Νίκος έβλεπε ότι η αποδοχή
που είχε και ο καλός του χαρακτήρας σύντομα θα είχε σβήσει το κακό του παρελθόν.
Όλα πήγαιναν κατ’ ευχή μέχρι….
Ένα πρωί στο μαγαζί μπήκε ο Διαμαντής, ο άνθρωπος που τον έμπλεξε στη ληστεία.
Κοίταξε τον Νίκο με ένα ειρωνικό χαμόγελο.
– Πως κατάντησες ρε Νικόλα γκαρσονάκος;
– Έγινα γκαρσονάκος για να μείνετε εσείς έξω από τη στενή. Αν μιλούσα τότε,
τώρα γκαρσονάκος θα ήσουν εσύ.
– Το ξέρω ρε φίλε, είπε σοβαρεύοντας ο Διαμαντής. Γι αυτό ήλθα για να επανορθώσω.
Ετοιμάζουμε μια μεγάλη δουλειά 100% ασφαλή. Μια εύκολη χρηματαποστολή και χρειάζομαι χέρια ρε φίλε.
– Ούτε να το σκέφτεσαι. Εγώ φυλακή δεν ξανακάνω. Μόλις βρήκα τα πατήματά μου. Άσε με ήσυχο.
– Όπως θέλεις ρε φίλε. Εγώ την υποχρέωση την έβγαλα. Ανθρώπους βρίσκω.
Έχω στην αναμονή εκείνο το τσογλανάκι τον αδελφό της πρώην σου, τον Γιαννάκη.
Είναι 23 χρονών, αλλά το λέει η καρδιά του.
Ο Νίκος χλόμιασε.
– Όχι ρε αυτό το παιδί. Μην καταστρέψεις και άλλη ζωή.
– Εάν είσαι ψυχοπονιάρης πάρε με τηλέφωνο. Σε τρεις μέρες να αποφασίσεις. Αλλιώς…
Οι τρεις ημέρες ήταν χειρότερες από τα δέκα χρόνια φυλακής. Η ζωή του επέστρεφε,
ξαναβρήκε την οικογένειά του και τον έρωτά του,
από την άλλη όμως ήξερε ότι ένα παιδί θα ακολουθήσει τη δική του μοίρα.
Ο Διαμαντής ήταν αδίστακτος στο να θυσιάζει άτομα, που
ποτέ δεν θα τον κατέδιδαν αφού γνώριζαν το κακό που θα πάθαινε η οικογένειά τους.
Ήξερε να παίζει με τις ζωές των άλλων.

Ο Νίκος όρθιος άκουγε την Πρόεδρο του Δικαστηρίου να του ανακοινώνει την απόφαση.
Είκοσι χρόνια λόγω υποτροπής.
Ο πατέρας της Λίας μόλις είχε πιει τον καφέ του στο μνημόσυνο της μητέρας του Νίκου
και αυτάρεσκα λέει της κόρης του.
– Στα λεγα κόρη μου, ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, μήτε τη γνώση άλλαξε,
μήτε την κεφαλή του. Ο άνθρωπος που γεννιέται εγκληματίας, εγκληματίας θα πεθάνει.
Η Λία σηκώνεται, του αστράφτει ένα χαστούκι και εξαφανίζεται. Κανείς δεν την έχει ξαναδεί.
Κάποιοι λένε ότι παντρεύτηκε και ακολουθεί το Νίκο σε κάθε πόλη που τον μεταφέρουν
και ότι δεν χάνει επισκεπτήριο.

 

©️2024 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας

Παύλος Κωνσταντινίδης

ΑΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1949. Τελείωσα το Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ το 1973 και στη συνέχεια πραγματοποίησα το διδακτορικό μου στη φυτοκοινωνιολογία και στην οικολογία των δασικών πυρκαγιών στην ίδια σχολή. Για 30 χρόνια περίπου εργάσθηκα στο Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών, από όπου και συνταξιοδοτήθηκα το 2016. Παράλληλα με τις εκατοντάδες εργασίες που δημοσίευσα, στον ελεύθερο χρόνο μου έγραφα μικρές καθημερινές ιστορίες, από αυτές που αντιλαμβανόμουνα στο περιβάλλον μου. Ως συνταξιούχος συνέχισα τη συγγραφή των μικρών ιστοριών, μερικές από τις οποίες έχω αναρτήσει στην προσωπική μου σελίδα στο Facebook.

Αφήστε μια απάντηση