Ερωτικό Instantane
Αναρωτήθηκε μέχρι που αποφάσισε να σπάσει τη σιωπή της
-Αφού εσύ μας τους γνώρισες γιατί δεν θέλεις να τους ξαναδείς;
Κι εκείνη τι σου έκανε και σου κάθεται ξαφνικά στο στομάχι..;
Ώρες – ώρες πιστεύω ότι με κοροϊδεύεις!
-Τι είναι αυτά που λες; Για ποιο λόγο να σε κοροϊδέψω; Για ποιο λόγο να το κάνω;
Κι όμως ο λόγος είναι εκείνη που θα πρέπει να μου κάθεται στο στομάχι
μπροστά στην άλλη.
Πώς να αφήσω από το μυαλό μου την εικόνα της;
Να διώξω από πάνω μου το άρωμά της;
Μόλις προχθές το άγγιγμά της με έκανε να νιώθω εκλεκτός, ως ένας βασιλιάς
περιπλανώμενος που μόνο μία βασίλισσα θ΄ αναγνώριζε.
Έβρεχε πολύ.
Ενωνόμουν μαζί της όσο δεν έπαιρνε άλλο.
Ξέρω, θα μου πουν ότι δεν είμαι παρά ένας βασιλιάς των γελοίων…
που πιστεύω, που ελπίζω ότι θα κάνω δική μου μία γυναίκα που είναι, ήδη, άλλου,
που έχει χτίσει τον κόσμο της με κάποιον άλλο.
Όμως, γεύομαι τον γλυκό απαγορευμένο καρπό που ξέρω ότι στο τέλος αφήνει πικρή γεύση.
Ο Έρωτας πίνει ασταμάτητα και σχεδόν μεθυσμένος γελάει τόσο δυνατά σαν να θέλει
να κρύψει τη θλίψη του για τη δική του βασίλισσα.
Τη φορούσα, την ένοιωθα να κυλάει στις φλέβες μου
κι όσο κυλούσε τόσο της ζητούσα να κλέψει από το χρόνο την κλεψύδρα.
Στάλες δικές μου και δικές της ενώθηκαν σαν σε συμφωνία ανίερη με τη βροχή που όλο και δυνάμωνε.
Τα μαλλιά της με πείσμα ράπιζαν την χαμένη μου αξιοπρέπεια και έναν
εγωισμό που είχε παραδοθεί στην αλυσίδα της ηδονής.
-Τι έπαθες και με κοιτάς έτσι;
-Τίποτε μάτια μου.
Μη νοιάζεσαι, η κούραση από το γραφείο δεν φεύγει τόσο εύκολα.
Ούτε εκείνη έφυγε ποτέ τόσο εύκολα.
Ούτε θέλω να φύγει τόσο εύκολα.
Έχω ακόμα πάνω μου το κομμάτι από τα ρούχα της.
Την τράβηξα με δύναμη πάνω μου και σχεδόν της τα έσκισα.
Αντικατοπτρισμός της καρδιάς μου, καθώς σκεφτόμουν εκείνη που με περίμενε υπομονετικά
ενώ εγώ διάλεξα δρομολόγιο μιας άγονης γραμμής.
Ανάσες γρήγορες, κοφτές, βαριές, πνιχτές κραυγές… ενοχών σάλπισμα να καλύψουν.
Νοιώθω τόσο που δεν θέλω πια να νοιώθω.
Τα μάτια της ζητούν κι άλλο, σαν τις λαίμαργες γλώσσες φωτιάς που βρίσκουν φρέσκο ξύλο να κάψουν.
Με καίει για να με σώσει ή με σώζει για να με κάψει;
Εκείνη ή εγώ;
Κανένας!
Έχουμε διαλυθεί στης απελπισίας το ακρωτήρι.
Όμως, μας συνδέει ένα γερό σκοινί που μόνο οι πένες των λογοτεχνών
μπορούν να αποδώσουν επαρκώς. Περιστρεφόμαστε ο ένας επάνω στον άλλον στη δίνη του
περιμένοντας μία δυνατή φυγόκεντρο να μας εξοβελίσει στη χώρα του τίποτα, μαζί.
Σφίγγει τα δάχτυλά της μέσα στα δικά μου, με φιλά σαν το Αύριο που έγινε Χθες.
Στο Τώρα πρέπει να είμαστε δύο ξένοι που αποφεύγουν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον
για να μην προδοθούμε μπροστά τους.
Όσο πιέζεις τη ζαριά να φέρεις εξάρες τόσο πιο συχνά σου επιστρέφει με τα ντόρτια, ντέρτια.
Άναψα ένα τσιγάρο και σαν τη νικοτίνη με εθίζει όλο και πιο πολύ.
Το ποτήρι του κρασιού μου γεμίζει με το σώμα της,
ζητάει κι άλλο για να ολοκληρώσει το έργο της ζάλης.
Ουσία που σε σκοτώνει είτε την πιείς είτε όχι.
Μπορεί να μην την αντέξεις αν την πάρεις.
Κι αν δεν την πάρεις να σε σκοτώσει η απουσία της.
Όποια μορφή και να πάρει είναι στη φύση μας να κυριαρχεί στο μυαλό μας
σε ξεχασμένα όνειρα και σε ιστορίες του Σήμερα.
Άραγε ποια να είναι η Αιτία;
©2025 Νίκος Μώρος – Πιτασάκης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
