Ερωτικό Instantane
Την Μαρία την πρωτογνώρισα σε ένα από τα χωριά της Μαγνησίας. Ήταν Πάσχα και πήγα
στις διακοπές να επισκεφθώ τον θείο μου, που δούλευε τότε ως φύλακας των
εγκαταστάσεων της εταιρείας που άνοιγε την Εθνική Οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης. Πρέπει να
ήμουν 12 χρονών. Ο θείος μου νοίκιαζε ένα διαμέρισμα της οικογένειας της Μαρίας.
Την έβλεπα τακτικά, αφού έμενε ακριβώς δίπλα μας, στην ίδια αυλή. Η Μαρία ήταν μια
ανύπαντρη άσχημη μεγαλοκοπέλα γύρω στα 40 τότε. Σκουρόχρωμη με τραβηγμένα
χαρακτηριστικά, πολύ αδύνατη. Είχε και δύο μεγάλους μελανούς κύκλους στους κροτάφους
της, που έμοιαζαν σαν σφραγίδες. Η εξωτερική της εμφάνιση ισορροπούσε με την
εσωτερική της ομορφιά. Φιλική, ζεστή, ευγενική και αξιοπρεπής. Δεν ήταν μορφωμένη,
όμως είχε μια καλλιέργεια, που δύσκολα έβρισκες εκείνη την εποχή στην Ελληνική επαρχία.
Είχε μία ακόμη αδελφή και τρεις αδελφούς, εάν θυμάμαι σωστά. Οικονομικά ήταν καλά.
Είχανε χωράφια με μερικές εκατοντάδες ελαιόδεντρα. Στις αποθήκες του σπιτιού τους
υπήρχαν τεράστια βαρέλια με λάδι και ελιές. Ο καημός και ο στόχος της οικογένειας
ήταν να αποκαταστήσουν τη Μαρία, πριν φυσιογνωμικά χειροτερέψει ακόμη περισσότερο.
Όμως στο μικρό χωριό τους αυτό φάνταζε απίθανο.
Ο Γιώργος ήταν φίλος της οικογένειας του θείου μου. Δούλευε και αυτός στην ίδια εταιρία.
Κατάγονταν από ένα χωριό των Σερρών, αλλά ζούσε, όπου τον έστελνε η εταιρία. Ήταν
ελεύθερος και πολλές φορές έτρωγε μαζί μας. Η θεία μου τον είχε κάτι σαν υιοθετημένο.
Ο Γιώργος ήταν τελείως διαφορετικός από τη Μαρία. Δύο μέτρα άνδρας γύρω στα 30, πολύ
όμορφος, αλλά αγενής και ακαλλιέργητος. Ποτέ δεν τον συμπάθησα. Μ’ έστελνε να του
αγοράσω τα τσιγάρα του, με ένα τρόπο που φοβόμουν να του αρνηθώ. Γενικά έτρεμα τον
απότομο, βίαιο και απρόβλεπτο χαρακτήρα του. Άκουγα τη θεία μου να τον συμβουλεύει
να κόψει το χόρτο και τα χαρτιά, γιατί θα τον καταστρέψουν, αλλά τότε
δεν καταλάβαινα τι εννοούσε.
Τέλειωσαν οι διακοπές και γύρισα στο σπίτι μας. Κάποια μέρα μετά από κανένα δίμηνο,
καθώς επέστρεψα από το σχολείο βλέπω τη Μαρία να κάθεται στο σαλόνι μας και να
συζητά με τους γονείς μου. Αιφνιδιάστηκα και χάρηκα συγχρόνως. Από τη συζήτηση μέσες
άκρες κατάλαβα ότι ο Γιώργος έχασε στα χαρτιά και χρωστούσε πολλά χρήματα.
Οι δανειστές του απειλούσαν τη ζωή του. Απελπισμένος απευθύνθηκε στα αδέλφια της
Μαρίας και αυτοί συμφώνησαν να ξοφλήσουν το χρέος, με αντάλλαγμα να παντρευτεί την
αδελφή τους. Θα της έδιναν και μια γερή προίκα, αρκεί να την πάρει και να φύγουν
από το χωριό. Ο γάμος έγινε κρυφά. Ντρέπονταν οι άνθρωποι, όμως δεν θα έχαναν
με τίποτε την ευκαιρία, να ξεφορτωθούν το βάρος τους. Η Μαρία δεν αρνήθηκε.
Καταλάβαινε και η ίδια πόση σημασία είχε για τα αδέλφια της ένας γάμος
που θα τους ξελάφρωνε από το στίγμα, ότι αυτοί παντρεύτηκαν πριν την αδελφή τους.
Πιθανά να πίστεψε ότι θα μπορούσε να συμμορφώσει αυτόν τον αγροίκο άνθρωπο.
Συστημένη από τη θεία μου ήλθε στους γονείς μου και ζήτησε να νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα,
που είχαμε στο ισόγειο του σπιτιού μας.
Ο Γιώργος θα ερχότανε μερικές ημέρες αργότερα. Σε αυτό το διάστημα ετοίμαζε το σπίτι
της για να τον υποδεχθεί, όπως οφείλει να κάνει μια καλή σύζυγος και νοικοκυρά. Αγόρασε
και μεταξωτές ρόμπες, σαν νιόπαντρη, έφτιαξε και περμανάντ τα μαλλιά της,
όμως η κατάσταση στην εμφάνιση δεν διορθωνότανε, ακόμη και εγώ το πιτσιρίκι το έβλεπα.
Όταν ήλθε ο άνδρας της κουβάλησε μαζί του και την ίδια την κόλαση. Το ξύλο, οι βρισιές,
οι απειλές για τη ζωή της τάραξαν την ήσυχη γειτονιά μας. Η ίδια παρακαλούσε τον πατέρα
μου να μην καλέσει την αστυνομία, ούτε να ανακατευθεί και ο ίδιος. Τον δικαιολογούσε ότι
χρόνια και αυτός εργένης δύσκολα προσαρμόζεται και ότι θα δείτε όλα θα πάνε καλά,
θα αλλάξει. Υπομονή χρειάζεται μόνο. Όμως καλά δεν πήγαιναν τα πράγματα, αντίθετα
χειροτέρευαν. Κοιμόταν όλη μέρα ξύπναγε το απόγευμα, έδερνε τη γυναίκα του για να την
πείσει να του δώσει χρήματα για τον τζόγο και όταν το κατάφερνε έφευγε. Επέστρεφε τα
ξημερώματα μεθυσμένος. Άλλη φασαρία πάλι και άλλο ξύλο και άλλες βρισιές γιατί έχει
γρουσούζα γυναίκα και δεν του πήγαιναν τα χαρτιά. Απελπισμένη η Μαρία για να σώσει ότι
απέμεινε από την προίκα της αγόρασε ένα παλιό μας σπίτι που είχαμε στην παλιά μας
γειτονιά. Μετακόμισε και εμείς ησυχάσαμε, όχι όμως και η ίδια. Η μάνα μου ήταν
η μοναδική της φίλη. Ερχότανε ταχτικά στο σπίτι μας, με σημάδια στο πρόσωπο και στα
χέρια. Ποτέ δεν έβγαλε ένα παράπονο. Με αξιοπρέπεια ζούσε τον εφιάλτη της. Μιλούσε
για τον άνδρα της λες και ήταν φυσιολογικό άτομο και ζούσε μια φυσιολογική ζωή.
Στο χωριό της δεν πήγε ποτέ, ούτε για επίσκεψη. Φοβότανε την οργή των αδελφών της,
εάν την έβλεπαν κακοποιημένη. Τους καθησύχαζε από το τηλέφωνο, ότι όλα πάνε καλά
και ότι ήταν τυχερή γυναίκα, που είχε τέτοιον καλό άνδρα.
Όταν τέλειωσαν τα λεφτά, τέλειωσε ουσιαστικά και ο λευκός γάμος. Σύντομα ο Γιώργος
ομορφάντρας όπως ήτανε, βρήκε καινούργιο θύμα να ξεζουμίσει και έφυγε από το σπίτι.
Η Μαρία αρνήθηκε το διαζύγιο που της ζήτησε. Υπέφερε τόσα γι αυτό το στεφάνι, που με
τίποτε δεν θα το έχανε. Οι απειλές για τη ζωή της δεν έπιασαν, γιατί απλά προτιμούσε το
θάνατο, από την εγκατάλειψη. Αναγκάσθηκε να δουλεύει σαν καθαρίστρια σε ξένα σπίτια
και προκομμένη καθώς ήταν, τα έφερνε βόλτα. Όταν οι φιλενάδες του άντρα της
αηδιασμένες από τον χαρακτήρα του τον έδιωχναν, επέστρεφε και πάλι στη Μαρία, που
τον δεχότανε και τον συντηρούσε μέχρι να ξαναφύγει. Οξύθυμος όπως ήταν, έμπλεκε σε
σοβαρούς καβγάδες και πολλές φορές κοιμότανε στο κελί του Αστυνομικού τμήματος μέχρι
να ξεμεθύσει. Η Μαρία και εκεί έτρεχε να του πάει καθαρά ρούχα και κάτι να φάει και
παρακαλούσε το Διοικητή να τον αφήσει να γυρίσει στο σπίτι.
Σε έναν από τους δεσμούς του, η κατάσταση ξέφυγε και μαχαίρωσε την κοπέλα που
συζούσε. Η Μαρία του βρήκε δικηγόρο, ήταν παρούσα στη δίκη του και κατέθεσε ως
μάρτυρας υπεράσπισης, για να πει πόσο καλός και τρυφερός σύζυγος υπήρξε. Δεν έπεισε
τους δικαστές και έφαγε ισόβια θαρρώ. Η Μαρία σε κάθε επισκεπτήριο ετοίμαζε μια
τσάντα καθαρά ρούχα, μαγείρευε τα φαγητά και τα γλυκά που του άρεσαν και πήγαινε στις
φυλακές που τον έστελναν. Πέντε χρόνια κράτησε αυτό μέχρι που μια μέρα τον
μαχαίρωσαν και αυτόν στο κελί του. Τον έθαψαν στο χωριό του στις Σέρρες. Μια φορά την
εβδομάδα η Μαρία έπαιρνε το λεωφορείο και πήγαινε και άναβε το καντήλι του. Λιγότερο
τη λυπόμουνα και περισσότερο τη θαύμαζα για την αφοσίωσή της. Μεγάλος και εγώ πια
τόλμησα να τη ρωτήσω μέχρι πότε θα κάνει το ταξίδι. Μου απάντησε για πρώτη φορά
απότομα και απορημένα. Το στεφάνι μου είναι, όσο ζω είμαι υποχρεωμένη να πηγαίνω.
Και το έκανε.
Πριν λίγα χρόνια η Μαρία έφυγε και αυτή από τη ζωή. Αφοσιωμένη στον άνδρα της μέχρι
το τέλος. Δεν ξέρω που είναι θαμμένη για να της ανάψω ένα κερί, γιατί δεν υπήρχε κανείς
να μας ενημερώσει για την κηδεία.
Ίσως μου θυμώσει από εκεί πάνω, που βγάζω τη ζωή της στη φόρα.
Όμως Μαρία, το κείμενο αυτό σου αξίζει ως ο έπαινος, που κανένας μας δεν σου
έδωσε όσο ζούσες. Όλοι σε λυπόντουσαν, εγώ όμως σε θαύμαζα. Είχες ένα τέρας στη ζωή
σου, που δεν κατάφερες να το μετατρέψεις σε άνθρωπο, όμως ποτέ δεν εγκατέλειψες την
προσπάθειά σου. Τέτοια αφοσίωση δεν είχε ούτε ο πιο καλός άνδρας. Είσαι από τους πιο
αξιόλογους ανθρώπους που γνώρισα. Αξιοπρεπής, ευγενική, έντιμη, διακριτική,
υπομονετική, εργατική, πιστή, αγαθή. Είναι φτωχά τα κοσμητικά επίθετα για να σε
χαρακτηρίσουν. Το κείμενο αυτό είναι το μνημόσυνο που σου αξίζει και δεν απέμεινε
κανένας άλλος άνθρωπος στη γη για να σου το κάνει. Φρόντισα να μείνει, η ισόβια θυσία
σου, κάπου γραμμένη. Να είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει.
©2025 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
