Πεζό – ποίημα
Θάλασσες στραγγίζουν και ωκεανοί δημιουργούνται.
Οροσειρές σβήνουν από το χάρτη και άλλες ξεπετάγονται, τραχιές, μέσα από τις πεδιάδες.
Οι λιθοσφαιρικές πλάκες επιπλέουν, όπως τα παγόβουνα μέσα στη θάλασσα,
ταξιδεύοντας στα άπειρα χρόνια, που μέσα στον ωκεανό των αιώνων
είναι ασήμαντες σταγόνες.
Η γη βαριέται να μένει στο ίδιο σημείο, μέσα στο ηλιακό σύστημα –
επιβάτης στο λεωφορείο του γαλαξία, που συνεχώς αυξάνεται
και αναδημιουργείται όπως όλο το σύμπαν και δισεκατομμύρια άλλα σύμπαντα.
Ω η απεραντοσύνη του σύμπαντος και η μηδαμινότητα της ύπαρξης μας
κάτω από τον ουρανό με τ’ απειράριθμα αστέρια!
Κάθε μέρα ανατέλλει και μία διαφορετική ζωή.
Ο ήλιος που δύει κάθε βράδυ δεν θα είναι ο ίδιος που θα εμφανιστεί το επόμενο πρωινό.
Εμείς δεν είμαστε ποτέ αυτοί που αντικρίσαμε χτες τα χρώματα που χάρισε ο ήλιος.
Γεννιόμαστε και είμαστε βρέφη, και μετά παιδιά, κι ύστερα άνδρες ή γυναίκες,
και κάθε φορά, μέσα σε κάθε μετάλλαξη,
έχουμε γεννηθεί και πεθάνει άπειρες στιγμές, ξεχνώντας το παρελθόν,
όπως η πεταλούδα πως κάποτε ήτανε κάμπια.
Ταξιδεύουμε με το ρεύμα του ποταμού της δημιουργίας συμβάλλοντας και εμείς σ’ αυτήν.
Κουβαλώντας όλα τα βιώματα και τις αναμνήσεις μας,
φιλτραρισμένα από το παρόν, που ζωγραφίζουν τις εικόνες του μέλλοντος,
μέσα στη χαοτική απεραντοσύνη του χωροχρόνου,
κάνοντας μας να αισθανόμαστε με πάθος έρωτες, φιλίες, αγάπες, μίση και τραγωδίες
όπου προσπαθούμε μάταια να τις απαθανατίσουμε σε φωτογραφίες, ποιήματα, τραγούδια και ταινίες.
Και ίσως κάποτε ξανασυναντηθούμε, σε άλλους γαλαξίες, σ’ άλλους πλανήτες,
κάτω από άλλα αστέρια, μέσα σε άλλα σώματα, τότε μπορεί να κοιτάξει διεισδυτικά,
χωρίς να ξέρει το γιατί, ο ένας τον άλλον
και ίσως με κάποια νοσταλγία ειπωθούν αυτά τα λόγια:
«σε κείνη τη χώρα… α ναι! με τον ουρανό που σκορπούσε απλόχερα
τον ήλιο ήμασταν εραστές, φίλοι ή συγγενείς.
Τώρα δεν γνωρίζω!
Δεν θυμάμαι καλά αλλά μαζί πιστεύω πως περπατήσαμε σε μια παραλία
ένα καλοκαιριάτικο βράδυ· μιλήσαμε για το μέλλον, το άγνωστο και το υπερφυσικό.
Φιληθήκαμε και είπαμε «θα σ’ αγαπώ για πάντα» και τώρα είμαστε απλώς διαβάτες
που συναντιούνται τυχαία στο δρόμο».
Όλη η ύπαρξη μας είναι μια μάχη κόντρα στον κυρίαρχο των πάντων: το χρόνο.
Θέλοντας να βιώσουμε την αγάπη μέσα από τη σταθερότητα αυτού
που αποκαλούμε περιβάλλοντα χώρο.
Πάντα φεύγουμε κι ερχόμαστε και ξανά φεύγουμε, και ξανά ερχόμαστε,
για να καταλάβουμε, λίγα λεπτά πριν το τέλος,
πως πουθενά δεν μας ανήκει ούτε το ίδιο μας το σώμα.
Θα ακολουθήσει τον αέναο κύκλο των αλλαγών του αέρα, του νερού, της γης και της φωτιάς,
επιστρέφοντας εκεί όπου και ανήκει.
Εμείς συνεχίζουμε μόνοι πλέον, να ζούμε με άυλες αναμνήσεις, σκέψεις,
όνειρα, πνεύμα, που πορεύεται μέσα στους κόσμους.
©2025 Θεμιστοκλής Κατσαούνης
Αρθρογράφος * Λογοτέχνης
