Ποίημα
Σα να πεθαίνεις,
στην απεραντοσύνη της ερημιάς.
Με ανάσες ξέπνοες.
Το άνθος που αρνούνται να κρατήσουν,
να μυρίσουν.
Κοιτούν μ’ ένα βλέμμα άδειο
σα να μην υπάρχεις…
Στην ασημαντότητα των βαρύγδουπων δηλώσεων τους.
Κι άραγε που ζεις, που ζω…
Σ’ ένα κενό του σύμπαντος;
Στη βουβή ανυπαρξία;
Και της ψυχής τ’ άδυτα,
της καρδιάς τα εσώψυχα…
ρέουν σε φλέβες άνυδρες.
Χωρίς καταφύγιο,
ένας στροβιλισμός ακόμη,
ως τα έγκατα της γης.
Σαν υπόκωφος ήχος στο συρμό
του τελευταίου βαγονιού,
στο τρένο της ζωής.
Σαν δυο σταγόνες ύπαρξης
στα μάτια μου.
Μοναξιά…
Όταν κάποιος άνθρωπος
που σου έχει προσφέρει πολλά, απλόχερα κι έμπρακτα,
χάνεται στον θλιβερό κόσμο της μοναξιάς του…
Δείξε σεβασμό κι εκτίμηση!
Άπλωσε χέρι βοηθείας για να μπορέσει να ξεγλιστρήσει
απ’ τις μαύρες σκέψεις και να καταφέρει ν’ ανθίσει πάλι.
Πρόσφερε του μια πνοή ζωής!
Μείνε πλάι του.
©️2025 Αναστασία Γεωργακοπούλου
Αρθρογράφος – Στιχουργός – Συγγραφέας
