Ποίημα
Σκηνή πρώτη
Καφές που χύθηκε
στο λευκό μου μπλουζάκι
Το ρετσίνι των πεύκων
νοτίζει την όσφρηση
Κανένα παιδί στην αλάνα
Ω! να και μια κρυμμένη παπαρούνα !
– από τις τελευταίες –
Συλλογίζομαι τον Άβελ
συχνά
Γιατί πάντα να ματώνει η αθωότητα;
Σκηνή δεύτερη
Χορεύει η πεταλούδα στο πράσινο χορτάρι
Ο άνθρωπος πολύ σκληρός
Αλλιώς πώς θα άντεχε το βάρος
τόσης ομορφιάς;
Ένας αδέσποτος σκύλος με κοιτάζει
κατάματα
Φίλιο βλέμμα
Απώλεια κατεύθυνσης για τα δικά μου βήματα
Εκείνος βαδίζει με σιγουριά
Ξέρει τί ζητά
Εγώ;
Σκηνή τρίτη
Βραδιάζει
Όλο το φως μετατρέπεται σε λέξεις
σκοτεινές
και σε άλλες κοπιαρισμένες
πάνω στο στήθος της Κίρκης
Μαγεύουν
παραπλανούν
χοροπηδούνε άφοβα
πάνω από κάθε άβυσσο
Είμαι από τη γενιά των πετρόκτιστων γεφυριών
Έχω μάθει να πνίγομαι
Έχω μάθει να στεριώνω με το αίμα μου
ζωές αλλότριες
Παρόλα αυτά
κυνηγώ ακόμη την πεταλούδα
και το φως
Ανεξήγητη η φύσις των πραγμάτων
και των ψυχών
Σκηνή τελευταία
Σώστε, παρακαλώ σας, τούτο
το δύστυχο ποίημα
από τη φονική λαχτάρα μου
να το βυθίσω στο σκοτάδι
Το κοιτάζω
Τρέμει σύγκορμο
Συλλογίζομαι πάλι τον Άβελ
Αλλάζω γνώμη
Θα συμπράξω με την σωτηρία της αθωότητας…
©️2026 Φιλαρέτη Βυζαντίου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
