Πεζο-ποίημα
Το όνομα της Μαρία, ποτέ δεν την είχα, ποτέ δεν θα την έχω, κι όμως ονειρευόμουν
ότι την είχα, πως την άγγιζα, με τις άκρες των δακτύλων μου, πως τη φιλούσα κάτω
από το κόκκινο μελαγχολικό φεγγάρι. Ποτέ δεν έμαθα ποια πραγματικά ήταν. Δεν
έμαθα για τους έρωτες της, για το που έδωσε το πρώτο της φιλί, για το τι και πότε την
έκανε να κλάψει μόνη της μέσα στο σκοτάδι, για τα όνειρα της.
Πρόσφερε ποτά πίσω απ’ το μπαρ όπως προσφέρουνε ψεύτικα ταξίδια οι λέξεις των
μυθιστορημάτων. Τι σημασία έχει που δεν την ήξερα; Άκουγα την κελαρυστή φωνή της!
Έβλεπα το πρόσωπο της! Ποθούσα την τέλεια δομή του σώματος της! Και όμως την
έπλασα μέσα στο μυαλό μου, από τις κινήσεις των χεριών της, από τον τρόπο που έπινε
το ποτό της, απ’ το χτένισμα της, σχεδόν τέλεια, αγγελική, όπως μόνο εγώ θα ήθελα να
είναι για μένα και μόνο για μένα.
Δεν ξέρω αν ενδιαφέρθηκε για τον έρωτα μου – μερικές φευγαλέες κουβέντες
ανταλλάξαμε μέσα σε μουσική καπνό και οχλοβοή. Ένα χαμόγελο, με το ζόρι, της
απέσπασα. Τώρα πλέον αυτά δεν έχουν καμία αξία. Το όνειρο μου όμως για εκείνην
ήταν πραγματικό, μ’ έκανε να γελάσω, να ταξιδέψω με τη φαντασία και να νοιώσω πως
υπάρχω. Αυτό μένει από αυτήν που μου έδωσε κάτι το ωραίο ίσως χωρίς ποτέ, μα ποτέ
να το θέλει!
Και ω ευτυχία, λυτρώνομαι από εσένα αγαπητή μου φυλακίζοντας σε εδώ από τη
σκέψη μου, σ’ αυτές τις λίγες αράδες, που μακάρι ποτέ να μην μάθω πως εσύ θα τις
νοιώσεις!
Με εκτίμηση!
©️2025 Θεμιστοκλής Κατσαούνης
Αρθρογράφος * Λογοτέχνης
