Ποίημα
Ένα παράθυρο ήταν αρκετό
για να μπει το φως κι ο αέρας.
Τα παράθυρα χτίστηκαν
γιατί ο αέρας μύριζε μπαρούτι
κι αποσύνθεση.
Ο ήλιος δεν έφτανε τώρα τις ψυχές.
Οι ψυχές μαράζωσαν, μίκρυναν, εγκατέλειψαν.
Τα σπίτια άψυχα δεν έβρισκαν νόημα ύπαρξης.
Τα σπίτια, διάλεξαν την οριστική φυγή.
Στο χώμα επέστρεψαν.
Το χώμα γέρασε, αδιαφόρησε.
Για ποιον να νοιαστεί;
Δεν του έμεινε κανένας να ταΐσει.
Έρημος έγινε, άνυδρη, αφιλόξενη.
Μόνο η θλίψη έμεινε να κατοικεί.
Να απολαμβάνει τη βασιλεία της.
Μια βασιλεία που της χαρίστηκε.
Από αυτούς, που επέτρεψαν να χτιστεί
κάποτε, εκείνο, το πρώτο παράθυρο.
Κάποτε, που πίστευαν,
πως το δικό τους, θα έμενε για πάντα ανοιχτό…
©2023 Ειρήνη Χουσιάδου
Αρθρογράφος – Ποιήτρια

Δε χορταίνω να το διαβάσω ξανά και ξανά…
Πόσο χαρούμενη με κάνεις Μαρία μου!
Πολύ σε ευχαριστώ!❤️