Ερωτικό Instantane – Αφήγημα
Η Λίνα ήταν μια ταλαντούχα φωτογράφος. Η ζωή της κυλούσε ήσυχα, γεμάτη με πελάτες και επαγγελματικές υποχρεώσεις, μέχρι που μια μέρα, σε μια τυχαία βόλτα, την προσοχή της τράβηξε ένας πολύ όμορφος άγνωστος άνδρας. Ήταν καθισμένος σε ένα παγκάκι, σε ένα μικρό πάρκο, με την προσοχή του στραμμένη σε ένα βιβλίο. Η Λίνα, χωρίς να το σκεφτεί, τον φωτογράφισε. Όταν τύπωσε την φωτογραφία στο χαρτί, το είδωλο ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακό. Χωρίς να το συνειδητοποιήσει η νεαρή κοπέλα ερωτεύθηκε τον άγνωστο άνδρα.
Εκτύπωσε τη φωτογραφία σε μία αφίσα σε φυσικό μέγεθος και την έστησε στον τοίχο του σαλονιού της. Κάθε βράδυ, όταν γύριζε στο σπίτι,
έστρωνε το τραπέζι κοντά στην αφίσα και σέρβιρε και για εκείνον. Της έγινε εμμονή. Του μιλούσε συνέχεια περιγράφοντας την ημέρα της. Του έδωσε και όνομα «Φώτη» από τη «φωτό» στην οποία τον είχε αποθανατίσει.
Την ημέρα των γενεθλίων της πήρε τούρτα και κρασί και κάθισε απέναντί του να σβήσει τα κεριά.
«Αχ βρε Φώτη μια φορά να μου μιλούσες, να μου έδινες μια ευχή!» Πριν τελειώσει τη φράση μια πυκνή ομίχλη γέμισε το δωμάτιο, που διαλύθηκε αμέσως και ο Φώτης χαμογελαστός και ολοζώντανος καθότανε απέναντί της.
«Χρόνια πολλά Λίνα» της είπε χαμογελώντας. Στο πορτρέτο στον τοίχο, υπάρχει μόνο το παγκάκι με το βιβλίο και τα δένδρα. Σηκώθηκε με χάρη και τη φίλησε στο μέτωπο. Η Λίνα τον έβλεπε και τον άκουγε με το στόμα ανοιχτό. Το φιλί στο μέτωπο τη συνέφερε «μα είναι δυνατόν» είπε ξέπνοα.
«Στους μεγάλους έρωτες η αλήθεια και το όνειρο μπλέκονται καλή μου» της είπε. Έκανες την ευχή σου και το σύμπαν σε άκουσε. Εάν θέλεις με στέλνεις στον τοίχο, αν θέλεις με κρατάς μαζί σου. Εσύ αποφασίζεις. Πρόσεχε όμως τα όμορφα όνειρα, μερικές φορές γίνονται
εφιάλτες.
Η Λίνα βιάστηκε να πει «Θέλω να μείνεις, με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Εφιάλτης θα είναι εάν ξαναμείνω απόψε μόνη μου.»
«Τότε βάλε μουσική να χορέψουμε και να γιορτάσουμε τα γενέθλιά σου καθώς πρέπει.»
Χόρεψαν μέχρι το πρωί.
Έτσι η Λίνα ζούσε με τον άνδρα που λάτρεψε από τη στιγμή που τον είδε. Ένα πράγμα φοβόταν ο Φώτης, το φως του ήλιου. Έμενε όλη μέρα στο σπίτι περιμένοντάς τη με τα παντζούρια κλειστά. Όταν η Λίνα τον ρωτούσε πως αντέχει κλεισμένος όλη μέρα, της απαντούσε ότι, τα πρόσωπα στις φωτογραφίες ποτέ δεν βαριούνται. Στέκονται με υπομονή ακόμη και σε ένα πόδι για ολόκληρα χρόνια. Απελευθερώνονται μόνο όταν η φωτογραφία καταστραφεί.
Μία ημέρα που η Λίνα προσπαθούσε να βρει τη σωστή γωνία φωτισμού για μια φωτογραφία, όταν μια γνώριμη φωνή τη διέκοψε.
«Συγγνώμη σας έπεσε ένας φακός». Γυρίζει και βλέπει το Φώτη να της χαμογελά.
«Τί κάνεις εσύ εδώ έξω» του φώναξε ταραγμένη.
«Παρακαλώ;» Το χαμόγελο έγινε απορία.
«Σε παρακαλώ Φώτη πάμε αμέσως στο σπίτι».
«Αλέξανδρο με λένε και δεν γνωριζόμαστε κυρία μου» της είπε ενοχλημένος από την επιτακτική οικειότητα.
«Συγγνώμη» ψέλλισε η Λίνα. Σας πέρασα για τον αρραβωνιαστικό μου. Κοιτάξτε τη φωτογραφία του πριν με πάρετε για τρελή» και του δείχνει τη φωτογραφία του άνδρα στο παγκάκι.
«Μα αυτός είμαι εγώ,» της είπε «κάθομαι στο πάρκο και διαβάζω το Πόλεμος και Ειρήνη.
Πάει πάνω από ένας χρόνος. Που τη βρήκατε τη φωτογραφία;»
«Εγώ την τράβηξα πράγματι πριν πολύ καιρό. Θα τρελαθώ».
Ο Αλέξανδρος την κοίταξε πιο προσεκτικά. «Σε λένε Λίνα», είπε στο τέλος «σε βλέπω κάθε βράδυ στα όνειρά μου».
«Πρέπει να μιλήσουμε» είπαν και οι δύο συγχρόνως.
Κάθισαν σε ένα καφέ. Η Λίνα ξεκίνησε πρώτη και του τα είπε όλα. Ο Αλέξανδρος την άκουγε και δεν πίστευε στα αυτιά του. Ο οποιοσδήποτε άλλος θα την περνούσε για τρελή και θα εξαφανιζότανε. Αυτός όμως στεκότανε εκεί και την παρακολουθούσε με πολύ ενδιαφέρον.
Όταν τελείωσε η Λίνα τον ρώτησε «Θα με περνάς για σχιζοφρενή και με το δίκιο σου» του είπε στο τέλος.
«Άκουσε και τη δική μου ιστορία και ίσως να ζούμε σε κοινή σχιζοφρένεια» της απάντησε.
Και άρχισε να της διηγείται το όνειρο που βλέπει κάθε βράδυ. Είναι λέει σε ένα διαμέρισμα αυτός και η Λίνα και ότι ζουν έναν βαθύ και ρομαντικό έρωτα. Της είπε ότι στο πρώτο όνειρο ήταν παρών στα γενέθλιά της, της είπε για την τούρτα και το χορό. Τις διηγήθηκε για τη
διαφωνία στη θερμοκρασία του θερμοσίφωνα, για τις κάλτσες που έχαναν κάθε φορά στο πλυντήριο, για τη μάχη της κουβέρτας και του τηλεκοντρόλ.
«Σε έχω ερωτευθεί στα όνειρά μου κατέληξε. Ακόμη και τα φλερτ που είχα όλο αυτό το διάστημα τα απέρριψα. Περιμένω να έλθει το βράδυ για να συνεχίσω να ζω το όνειρο.»
Έτσι βρέθηκαν δύο άγνωστοι άνθρωποι εγκλωβισμένοι στο ίδιο όνειρο. Προσπάθησαν να δώσουν εξήγηση μα δεν εύρισκαν καμιά λογική απάντηση.
«Θέλω να ξαναβρεθούμε αύριο της είπε. Δεν θέλω να σε χάσω Λίνα. Είσαι το κορίτσι που μήνες ονειρεύομαι.»
«Και εγώ σε ερωτεύθηκα από τη στιγμή που σε φωτογράφισα Αλέξανδρε. Ούτε εγώ θέλω να σε χάσω. Όμως έχω το πρόβλημα με το Φώτη. Είμαι ευτυχισμένη μαζί του, παρόλο που ξέρω ότι δεν είναι παρά μόνο μια σκιά στο μυαλό μου. Πρέπει να του μιλήσω, να του εξηγήσω και
να δω τι θα πει και εκείνος. Αύριο λοιπόν εδώ και πάλι».
Όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της η Λίνα βρέθηκε σε ένα μαινόμενο Φώτη. Είχε διαλύσει το σπίτι, πετώντας πράγματα δεξιά και αριστερά. Πέταξε ένα χονδρό βιβλίο να την χτυπήσει. Ευτυχώς πρόλαβε να σκύψει.
«Τον βρήκες ε; ούρλιαζε. Το κατάλαβα αμέσως. Και τώρα θα θελήσεις να με γυρίσεις στον τοίχο πάλι. Όμως δεν θα σου περάσει. Προτιμώ να σε πνίξω και να μείνω εδώ μόνος μου. Δεν ξαναγυρνώ στον τοίχο. Κινήθηκε προς το μέρος της με τα χέρια απλωμένα. Η Λίνα τρομοκρατημένη έκανε να φύγει αλλά την πρόλαβε. Την άρπαξε από τα μαλλιά και την πέταξε στον τοίχο. Βρίζοντας την ξαναπλησίασε. Άπλωσε τα χέρια στο λαιμό της και άρχισε να τη σφίγγει. Κόπηκε η αναπνοή της. Ήξερε ότι η ζωή της έφευγε. Μες τον πανικό της τον κλώτσησε. Χαλάρωσε λίγο το σφίξιμο και αυτή του ξέφυγε. Δεν πρόλαβε να φθάσει στην πόρτα όταν την έπιασε ξανά. Τα μάτια γυάλιζαν από μίσος. «Δεν ξαναγυρνώ» έλεγε και
ξανάλεγε. «Σου το είχα πει ότι τα όνειρα γίνονται και εφιάλτης». Ξανάσμιξε τη λαβή στο λαιμό της.
Ο Αλέξανδρος έπεσε για ύπνο. Το όνειρο από την αρχή ήταν ένας εφιάλτης. Κυνηγούσε τη Λίνα να την πνίξει. Προσπαθούσε να συγκρατήσει τα χέρια του αλλά δεν τα κατάφερνε. Τον κλώτσησε και του ξέφυγε, μα την ξανάπιασε αμέσως. Τώρα το σφίξιμο στο λαιμό ήταν πιο αποφασιστικό. Πάλευε από μια με τον εαυτό του και από την άλλη με την κοπέλα. Δεν ήθελε να της κάνει κακό, αλλά μια δύναμη έλεγχε τα χέρια του κόντρα στα αισθήματά του. Η Λίνα ξεψυχούσε. Ο Αλέξανδρος με μια απελπισμένη προσπάθεια πιάνει από το πάτωμα ένα κομμάτι σπασμένο ποτήρι και κόβει τη φλέβα του. Το αίμα τρέχει από το χέρι του.
Ο Φώτης βλέπει τη Λίνα να ξεψυχάει. Εκείνη τη στιγμή αίμα αναβλύζει από το χέρι του. Η δύναμη του σφιξίματος χαλαρώνει. Η Λίνα παίρνει βαθιές ανάσες. Ξανά η ομίχλη. Όταν η ατμόσφαιρα καθαρίζει ο Φώτης βρίσκεται πάλι στη θέση του στο παγκάκι στον τοίχο.
Την άλλη μέρα η Λίνα περιμένει τον Αλέξανδρο. Η ώρα περνάει, αλλά αυτός δεν εμφανίσθηκε. Ούτε την επόμενη, ούτε τη μεθεπόμενη.
©️2024 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
