Ποίημα
Μια χαρακιά από άνεμο στο πρόσωπό τους
άφηνε τη δροσιά να κυλά αργά στην ψυχή τους.
Φυσούσε γλυκά κι ένιωθαν λυτρωτικό το φιλί της ζωής.
Ο ουρανός άρχισε να τραγουδά στις μνήμες
κι αυτές ζωντάνευαν σιγά σιγά
και βάδιζαν σαν νιες κοπέλες,
χωρίς θλίψη και χωρίς το βάρος του καιρού.
Αναστήθηκαν και οι θάλασσες
που βούλιαξαν μαζί με τ αγάλματα τα θλιμμένα,
κι άρχισαν πάλι το τραγούδι τους οι ακρογιαλιές της ψυχής.
Χάραξε και το φως στα λιβάδια της λήθης
κι ευθύς καταργήθηκε η άβυσσος.
Ξεχάστηκε και ο πόνος των ημερών
κι οι ανοίξεις ήταν πια σίγουρες για τον κόσμο.
Γαλάζια πεταλούδα οδηγούσε τους καβαλάρηδες με τις μαχαιριές της θύελλας σε τόπους γαληνεμένους.
Αναλογίστηκαν και τα μνημεία τη δόξα και τη νίκη της ζωής,
κι έπεσε νεκρός ο θάνατος στον κάμπο με τους κεκοιμημένους.
Στεφανωμένα τα πουλιά μ ελπίδες φτερούγιζαν αναγγέλλοντας χρόνους νικηφόρους.
Η πίστη περπατούσε ολόρθη στα νερά καλώντας τους ωκεανούς στο λυτρωτικό της ταξίδι.
©️2024 Ιωάννα Αθανασιαδου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
