Ποίημα
Κι εκεί που είπα πως συμβιβάστηκα
και με το μέσα μου και με το έξω μου
Ανακάλυψα πως… είπα ψέματα…
Αφού ακόμα επιμένεις
να έρχεσαι απροσκάλεστο
σε ώρες και στιγμές ακατάλληλες
να μου ξυπνάς μνήμες και θύμησες
που νόμιζα πως είχα σβήσει…
Μάταια, τίποτα δεν έχει σβηστεί
Και το χειρότερο βρε μυαλό
ξέρεις ποιο είναι;
Είναι το συναίσθημα
που φέρνει μαζί της η κάθε ανάμνηση
και σε κάνει να παραδίνεσαι,
να λιώνεις
όταν θυμάσαι εκείνη
την αίσθηση της πληρότητας,
όταν για πρώτη φορά κράτησες
στην αγκαλιά σου το παιδί σου…
Τη μυρωδιά του
Το κλάμα και το γέλιο του
Το χτυποκάρδι σου
όταν σκόνταψε για πρώτη φορά
και μάτωσε το γόνατο του…
Το μικρό τσίμπημα στην καρδιά
και συνάμα την περηφάνια
όταν σου άφησε το χέρι
γιατί ήθελε να περπατήσει “μόνο του”.
Την αμφισβήτηση της εφηβείας
κι εκείνο το χάσμα των γενεών
που ποτέ δεν θα γεφυρωθεί…
Το ξαγρύπνημά στο κρεβάτι
μέχρι ν’ ακούσεις το κλειδί στην πόρτα
και λίγο πριν σε πάρει ο ύπνος
να νιώθεις την ανακούφιση του “ήρθε”…
Και μετά… ένα άδειασμα
Πόνος, πίκρα και οργή
Κλάμα, λύπη, θυμός και οργή
Πολύ οργή, με όλους και όλα
Μία μαυρίλα μέσα κι έξω
Ένα τίποτα, μιά άρνηση
Ένα κατρακύλισμα στο σκοτάδι…
Απουσία, θυμός, και αναπάντητα “γιατί”
Γιατί να γίνει έτσι;
Γιατί σε σένα;
Γιατί τώρα;
Απάντηση δεν παίρνεις
κι αυτή που σου δίνουν
“έτσι ήθελε ο Θεός”
σ’ εξοργίζει περισσότερο
γι αυτόν τον μνησίκακο Θεό
που παίρνει τα παιδιά από τις Μάνες…
Αχ, βρε μυαλό…
Τι μνήμες, θύμησες, και συναισθήματα
μου έφερες πάλι…
Πονάνε αυτές οι μέρες…
Κι αυτή η βροχή
να σιγοντάρει συνέχεια στο κλάμα μου…
©2025 Ελένη Ταϊφυριανού
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
