Ποίημα
Ήταν αργά, μεσάνυχτα που ήρθες να με δεις.
Ακούμπησες τα χείλη σου, χωρίς να με ξυπνήσεις.
Όσο να φύγει η έγνοια σου να ξανακοιμηθείς
Φάρμακο η αγάπη σου…. τον πυρετό να σβήσεις.
Σε μια μικρούλα κάμαρα ήθελες να λουστείς
Μέσα σε σκάφη τσίγκινη και τα μαλλιά να λύσεις.
Μα περιμένεις μέχρι αργά για να ξεκουραστείς
Σαν τα παιδιά σου κοιμηθούν, τότε νερό να χύσεις.
Έρωτα δεν ε χόρτασες, και συ χαρά να βρεις.
Δίπλα ανασαίνουν τα μικρά και τον καημό θα πνίξεις
Κι όταν χήρεψες νωρίς με την ψυχή αδειανή,
Χρόνια στην ξένη δούλεψη, το σπιτικό να ζήσεις.
Πόση χαρά σου έδωσα που πήγα στο σχολείο
Τότε με το ποδήλατο που πήγα για να παίξω.
Μα γύρισα ο γυιόκας σου μ’ ένα πικρό λυγμό,
Με αίματα στο γόνατο, μ’ έκανες να τ’ αντέξω.
Μεγάλωσα, με σπούδασες ντοτόρο και γιατρό
Μπήκα και στην πολιτική ιδέες για να φέρω
Μα όταν με χρειάστηκες δεν ήμουν αρκετός
Μάνα μου πίσω στη ζωή, για να σε ξαναφέρω.
©2024 Μπάμπης Κοιλιάρης
Αρθρογράφος – Ποιητής – Συγγραφέας – Καλλιτέχνης

Υπέροχο συνεχίστε έτσι
Ευχαριστώ πολύ