Ποίημα
Μάνα μ’ έφερες στον κόσμο
δίχως προίκα και βαλίτσα
ήθελε να με βαφτίσει
ο τρελός ο Κουκουλίτσας.
Μάνα, μ’ έφτυσε στο στόμα
το ‘κανε για να του μοιάσω
γι’ αυτό ακόμα της ζωής
το νήμα δεν μπορώ να πιάσω.
Χάλαγε ο θεός τον κόσμο
με βροχή και κοκοσάλι
κι από τότε μου ‘χει μείνει
στο κρανίο τούτη η ζάλη.
Ήθελε να ‘ναι κουμπάρος
να ‘χει άνθρωπο στον κόσμο
έσπασε το ζεμπερέκι
και με έβαλε στον ώμο.
Χόρευε κι έλεγε κουμπάρος
κουμπάρος θέλω γω να γίνω
πήδαγε ως το νταβάνι
κι εγώ, κόντευα να μείνω.
Η μαμή με τη βοηθό της
άρχισαν να κάνουν ξόρκια
μου έκαναν σταυρούς στο σώμα
και με κράταγαν στα όρθια.
Μ’ έφτυσε ο Κουκουλίτσας
και λαχτάρησαν γι’ αυτό
νόμιζαν ότι η τρέλα
είναι μεταδοτικό.
Το χειρότερο απ’ όλα
ήμουν και αρσενικό,
μην ανησυχείς βρε μάνα
διάγω βίο ανθηρό.
Έβγαλα πολλά λουλούδια
και ας ήμουν ξερικός.
Σε είδα μάνα μου στον ύπνο
να κρατάς κάτι στο χέρι
χαρτονόμισμα νομίζω
ήταν πράσινο θαρρώ.
Είμαι βέβαιος για το χρώμα
μα δεν είχε αριθμό
τίποτα τούτα δε σημαίνουν
μόνο που τα μολογώ.
Ζωντανεύουν οι εικόνες
και μου είναι αρκετό.
©2024 Δημήτρης Μωρογιάννης
Αρθρογράφος – Ποιητής

πολύ καλό μπράβο!