Ποίημα
Παππού αυτά που μου΄λεγες
τα βλέπω όλα μπρος μου,
για πρόσφυγες μου μίλαγες,
για βάσανα του κόσμου.
Μικρό παιδάκι ήσουνα,
όταν σε ξεριζώσαν,
πρόσφυγα σε βαφτίσανε
και προσοχή δε δώσαν.
“Ο πρόσφυγας είναι μηδέν’,
μου έλεγες μια μέρα.
“Καλύτερα ο πόλεμος
και ας σ΄ έβρισκε η σφαίρα”.
“Θα πήγαινες από εχθρό
και θα΄σουν δοξασμένος,
δεν θα σε πλήγωνε αδερφός,
δεν θα΄σουν πεταμένος”.
Παππού ο κόσμος άλλαξε,
θέριεψαν οι μεγάλοι,
τα όπλα ετρανέψανε
και είναι πολλοί οι… άλλοι.
Αυτοί οι άλλοι είναι οι μικροί,
είναι ταπεινωμένοι ,
ξερόκλαρα στον άνεμο,
στη λάσπη βουτηγμένοι.
Κεφάλι δεν σηκώνουνε,
τη μοίρα τους δεχτήκαν.
Ένα σταυρό τους φόρτωσαν
και γολγοθά ανεβήκαν.
Και εμείς…οι δήθεν τυχεροί,
οι τάχα βολεμένοι,
πρόσφυγες μες στη χώρα μας,
νιώθουμε και διωγμένοι.
Η ξενιτιά άλλη μια φορά
ζητάει τα παιδιά μας
και εμείς παππού τα στέλνουμε,
μαζί με την καρδιά μας.
Ευχή πάντα μου έδινες
να μην γυρίσουν πίσω
τα χρόνια αυτά, τα δύσκολα,
εγώ να μην τα ζήσω.
Μα όταν εύχονται οι λαοί
κάποιοι μάλλον γελάνε
και έναν έναν στη σειρά
για “εκτέλεση” μας πάνε.
Όμως κάτι ξεχάσανε.
Εδώ είναι Ελλάδα !
Λίγη είναι πάντα η συννεφιά
κι είναι πολύ η λιακάδα.
Έτσι παππού μου η ευχή,
θα βρει αυτή, τον τρόπο.
Ο ήλιος και η ξαστεριά
να΄ρθούν σ΄αύτόν τον τόπο!
©️2024 Ειρήνη Χουσιάδου
Αρθρογράφος – Ποιήτρια

πολύ καλό!