Ποίημα
Ξεφτισμένο ξόμπλι φθαρμένης κουρτίνας,
κρέμομαι στον γάντζο του χρόνου.
Ανοιχτό το παράθυρο της μνήμης,
προσκαλεί τις θύμησες εκείνες που το έσκασαν
ακολουθώντας το μέλλον.
Πολλές φορές αναρωτήθηκα,
τί είναι αυτό που με κρατά γαντζωμένη
στου παρελθόντος τον κρίκο;
Όλα φωνάζουν, προχώρα! Πάλιωσες πια…
Μα, δεν μπορώ ούτε και θέλω.
Μικρό παιδί, γύρω από την “γωνιά” γεύομαι “προμάδα”
με γλυκό κρασί απ ‘τού πατέρα τα άγια χέρια.
Η μάνα, η Παναγιά, με πλένει στην σκάφη με πράσινο σαπούνι,
μου πλέκει τις πλεξούδες.
Γρήγορα, να προλάβει να στρώσει και την στρωματσάδα.
Ω! Νύχτες μαγικές,
που μας αγκάλιαζαν τα στρωσίδια, πνίγοντας χαχανητά ,
κρύβοντας σκανδαλιές,
σκεπάζοντας όνειρα και ελπίδες!
Έντεκα νομάτοι, σε δυό κάμαρες που μύριζαν αγάπη και ασβέστη.
Ένα σπίτι, μια αγκαλιά που χώραγε και εμάς
και όποιον άλλο γύρευε αγάπη και ζεστούς ανθρώπους.
Ο πατέρας έλεγε,
η πόρτα πρέπει να μένει ανοιχτή,
όλο και κάποιος φτωχός θα θέλει ένα ποτήρι νερό.
Φτωχοί και μεις, σμίγαν οι φτώχιες και πλήθαιναν τα χαμόγελα.
Με τα σημερινά δεδομένα,
θα έλεγε κανείς ότι δεν ήταν τα καλύτερα χρόνια, ούτε τα πιο εύκολα,
με τα δικά μου δεδομένα όμως, είναι τα χρόνια που δεν αλλάζω με τίποτα!
Εγκλωβισμένη σε γερασμένο σώμα, γρανάζι στον τροχό του χρόνου
που φαίνεται να διασκεδάζει μαζί μου,
ψάχνω τα χνάρια της νιότης μου,
την άδολη αγάπη, την αθωότητα ,το παιδί που έμεινε πίσω…
Το δέντρο γέρασε, τα φύλλα σκόρπισαν στους τέσσερις ανέμους,
τα κλαδιά πληγώθηκαν, έσπασαν,
οι εικόνες θολές στον σκουριασμένο της ψυχής μου καθρέφτη.
Μιά χάρη μόνο ζητώ!
Μια βραδιά, γύρω από την φωτιά, έντεκα νομάτους φτωχούς,
στα κάρβουνα ψημένη μια προμάδα, γλυκό κρασί,
των γονιών το βλέμμα και δυό κάμαρες.
Και όσο ο χρόνος κυλά, ξεφτισμένο ξόμπλι εγώ,
μιας κουρτίνας παλιάς στης ψυχής το παράθυρο…
©2023 Κτενά Ρούλα
Αρθρογράφος – Ποιήτρια

Καμιά φορά ίσως να θέλουμε να ζούμε στην θύμηση κάποιων άλλων καιρών..
Όταν είναι κομμάτι του δικού μας παρελθόντος καιρού κυρίως…