Συνέχεια Βιβλίου
Ο χειμώνας καλά κρατούσε τα πειράματα αυτό ύπνωσης την είχαν βοηθήσει πολύ στην υγεία της μόνο που τα έκανε όλα κρυφά ακόμα κ ’από τον Σταύρο.
Κυριακή βραδύ ο Σταύρος πήγε για ύπνο αυτή ξάπλωσε στον καναπέ και όταν πια επικρατούσε απόλυτη ησυχία έπιασε να κάνει ένα πείραμα …
Άρχισε ρυθμικές αναπνοές και έκανε για πρώτη φορά αυτό ύπνωση μόνο και μόνο να καταλάβει πώς γίνετε … Άρχισε να ζαλίζεται πολύ σε μια στιγμή τραντάχτηκε το σώμα τής “όχι δε φοβάμαι” και συνέχισε να κάνει υποβολή να κοιμηθεί. Ξαφνικά άρχισε να αιωρείται προς το ταβάνι, κοιτά κάτω και τρομάζει “εγώ είμαι αυτή ; Μα τι έγινε θέλω να φύγω αυτό τι είναι; Α μια κλωστή χρυσή, καλέ αυτή είναι από το σώμα μου πώς γίνετε αυτό ;”
Είχε κολλήσει πια στο ταβάνι κάτι την κρατούσε ίσως ο φόβος τότε σκέφτηκε. Θα πάω στον Βόλο να δω την αδερφή μου χα-χα …και γυρνώντας πέταξε έξω από τούς τοίχους πέταγε πραγματικά … Δεν περιγράφεται πια με λόγια, αυτή η ομορφιά και ηρεμία που ζούσε, τα φώτα έτρεχαν οι δρόμοι τεράστιοι και φωτισμένοι μα αυτή πέταγε με μια χαρά απερίγραπτη σε πολύ λίγο ήταν μέσα στο σπίτι της αδερφής της.
Τα παιδιά κοιμόντουσαν και πήγε να δει το ζευγάρι που κοιμόταν ακούμπησε στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας κοίταζε το δωμάτιο που δεν είχε αλλάξει από τότε που είχε έρθει να τους δει, ως και τούς πόρους του τοίχου διέκρινε πια ξαφνικά χτυπά το ξυπνητήρι και ο γαμπρός της το κλείνει και ανασηκώνεται …η ώρα έδειχνε τρεις μετά τα μεσάνυχτα.
“Ηρώ πώς είσαι εδώ ;” και την κοίταζε έκπληκτος.
“Μα με βλέπει ;
Η Ηρώ αιφνιδιάστηκε απότομα από τον φόβο της αισθάνεται ένα τράνταγμα σε όλο το σώμα της, ανοίγει τα μάτια σιγά σιγά με πολύ κόπο ήταν όλο το σώμα μουδιασμένο λες και έβγαινε από νάρκωση …
Η Ώρα ήταν τρεις και τέταρτο.
Μα πώς είναι δυνατόν αυτό τώρα ήταν ένα αστρικό ταξίδι, από ότι είχε διαβάσει, δεν μπορεί να με είδε είναι αδύνατον. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και τρέχει τουαλέτα έκανε εμετό και ζαλιζόταν πολύ, “καλά να πάθω αφού τα ξέρω, δεν πρέπει να επανέρχομαι έτσι στο σώμα μου τώρα τι κάνω ; Θέλει πολύ ψυχραιμία τρόμαξα που με είδε” Αυτά όλα τα είχε διαβάσει πολλές φορές άλλα άλλο το διάβασμα και άλλο η πράξη … Από τον καιρό που είχε αυτή την δύναμη το έψαχνε γενικά από όλες της μεριές …
Ένα Σαββατοκύριακο, ήρθαν η αδερφή της από το Βόλο, και πέρασαν να τούς δουν εκεί που πίνανε το καφεδάκι τούς, και τα παιδιά ήταν έξω στην αλάνα, ήταν πολλά οικόπεδα με πεύκα απέναντι από το σπίτι τους και παίζανε της λέει ο γαμπρός της.
«Ηρώ ένα βράδυ καθώς ξύπνησα να πάω στο μαγαζί, τι έπαθα να ήξερες, μου φάνηκε ότι ήσουν στην πόρτα τις κρεβατοκάμαρας μας και μας κοίταζες, μάλιστα σου μίλησα κιόλας και έφυγες ;
“Τι λες τώρα η Ηρώ; πότε και πως;” Ο Σταύρος …
“Ναι καλέ μ΄έχει ζαλίσει, ότι σε είδε σπίτι μας ένα βράδυ, η Ασημή …
“Και αν με είδε ; Τι έγινε ;” Η Ηρώ μ΄ένα χαμόγελο …
“Ρε πώς ήρθεςμ εγώ αυτό σε ρωτάω, είμαι σίγουρος ότι σε είδα …”
“Τι φόραγα θυμάσαι ;”
“Φόραγες νυχτικό κίτρινο αλλά είχες ένα φως γύρο από το σώμα σου όλο …”
“Ναι αυτό φόραγα και ήρθα εγώ ήμουν, αλλά όχι το σώμα μου, βγήκα από το σώμα αστρικό ταξίδι το λένε αυτό”
Την κοίταζαν όλοι και δεν μιλούσαν μόνο ο Σταύρος τη ρώτησε.
“Καλά ρε γυναίκα, έκανες κάτι τόσο σοβαρό και δεν μου είπες τίποτα ; Και μόνη σου ; Μα δε φοβάσαι τίποτα πια ;”
“Μια στιγμή Σταύρο αυτό που λέει αν το έκανε, πώς το έκανε ;”
“Είναι πολλά που δεν ξέρετε ήσαστε βλέπεις μακριά πολύ, η Ηρώ τώρα τελευταία έχει μια δύναμη και βλέπει ότι τη ρωτάς …”
“Έλα κόψε το δούλεμα τώρα ε ; Εγώ όμως την είδα είμαι σίγουρος και μάλιστα με το που τής μίλησα, χάθηκε απότομα”
“Να σε ρωτήσω κάτι Στέλιο ; Αφορά τη μάνα σου και εσένα”
“Ρώτα με ότι θες, αν και τη μάνα μου την έχω χάσει πολλά χρόνια και φυσικά ούτε φωτογραφεία δεν την έχεις δει εσύ ε ;”
“Με ρωτάει γιατί τα χρυσαφικά τής τα πήρε η νύφη σου και το ρολόι που είχε για εσένα από τον πατέρα τής κρυμμένο στην ντουλάπα, το έχει ο αδερφό σου ο μεγάλος. Θα πας να του το πεις.
“Και τώρα μιλάς δηλαδή με τη μάνα μου;” Σαστισμένος αυτός
“Αγόρι μου Στέλιο μου, ναι εγώ είμαι, θυμάσαι τα λουλούδια που μου έφερνες ; Θυμάσαι τη μέρα που έπεσες στις γραμμές του τρένου ; Ως και τη μέρα που έφυγες το πρώτο ταξίδι σου ; Τι σου είπα ; Να προσέχεις τη θάλασσα και τη γυναίκα στη ρότα σου”
Ο Στέλιος είχε μείνει από τα λογία της, είχε δακρύσει σαν να άκουγε την μάνα του πάλι … Η Ηρώ ήταν σαν υπνωτισμένη, μετά από ερωτήσεις πολλές, την άφησαν να ηρεμήσει σταμάτησαν τις ερωτήσεις προσπαθώντας να την συνεφέρουν.
‘Τι έγινε ;” ρώτησε όταν συνήλθε …όλοι ήταν δακρυσμένοι …
“Δε θυμάσαι ;”
“Όχι πολλά μόνο μια φωνή λεπτομέρειες όχι, τι έγινε θα μου πείτε ;”
Τής εξήγησαν τη είπε και αυτή σκιάχτηκε λίγο..
«Μα αυτό δεν το έχω ξανακάνει ποτέ, πώς γίνετε να μιλάω τόση ώρα ; Με νεκρό ; Και να μη θυμάμαι ποια τι είπα; Μίλαγαν για πολλές ώρες φυσικά και την πίστεψαν αφού του είχε πει πράγματα που ούτε καν τα ήξερε κανένας. Όπως και τους είπε μετά πολλά για το μέλλον τους, η δουλειά που είχαν, στα Φάρσαλα θα την παράταγε, και θα άνοιγαν μαγαζί στον Βόλο …
©2023 Αναστασία Βάττη
Αρθρογράφος – Συγγραφέας
