Ποίημα
Ταξίδεψα μια μέρα στην ουρά ενός ουράνιου τόξου,
καθώς γεννιόταν από μιά καταιγίδα.
Αγάπησα τα χρώματα τής ίριδας,
μα λάτρεψα τα νοτισμένα βλέφαρα τού σύννεφου,
τής βροχής την αγκαλιά, το σφυροκόπημα τού ανέμου.
Στις κορφές των δέντρων ταξίδεψα,
ίσκιος και κρότος
και αναλαμπή πεσόντος κεραυνού.
Στά τραγούδια ταξίδεψα,
νότα σβησμένη,
στούς θρήνους πνιγμένος λυγμός,
επιθανάτιος ρόγχος τής νύχτας,
τίς ώρες που φλέγεται ο ουρανός και ματώνει.
Ταξίδεψα ,
στην καμπούρα μιάς αστραπής,
όσο κρατά μιά λάμψη μόνο.
Ταξίδεψα,
πίσω από λέξεις που για άλλους έχουν γραφτεί,
στο χείλος ενός ετοιμοθάνατου κύματος .
Με κοιτά κατάματα η μέρα.
Ένα αδιόρατο χαμόγελο,
τρεμοπαίζει στα χείλη της.
Λουσμένη στού ήλιου το φως,
χτενίζει τα μαλλιά της,
γεμίζει με την παρουσία της τον χώρο.
Πληθωρική, ακατάστατη, βιαστική,
μιά ερωμένη με στενά περιθώρια χρόνου,
που σού αφήνει πάντα ,
την αίσθηση τού ανεκπλήρωτου πόθου,
τής ευχαρίστησης που δεν πρόλαβες να γευτείς.
Βάση σχεδίου λειτουργεί,
τίποτα στην τύχη δεν αφήνει.
Έτσι, στο τέλος της σαν φτάνει,
να ζητάς την επόμενη
και την επόμενη
και την επόμενη.
Και ποτέ, καμία μέρα να μην είναι αρκετή,
κανένα ταξίδι σου,
ταξίδι μου, να μην τελειώνει.
Ταξίδεψα ,
χωρίς ποτέ να φτάσω πουθενά,
χωρίς ποτέ να θέλω να τελειώσει το ταξίδι….
©2024 Αργυρούλα Κτενά
Αρθρογράφος – Ποιήτρια

Πολύ ωραίο!
Ευχαριστώ πολύ Ζωή!
Υπεροχες εικόνες