Ερωτικά Instantane * Η ομπρέλα

Ερωτικά Instantane
Αφήγημα

Ο Πέτρος είναι φοιτητής με ύψος λίγο πάνω από το μέσο. Έχει κοντά καστανά μαλλιά, πάντα τακτοποιημένα, και ανοιχτόχρωμα καστανά μάτια που αποπνέουν ηρεμία. Το πρόσωπό του είναι γλυκό, μ΄ένα διακριτικό χαμόγελο, που τον κάνει να φαίνεται προσιτός, αν και κάπως συνεσταλμένος. Συνήθως ντύνεται απλά και άνετα, διατηρώντας έναν χαμηλό προφίλ στο πανεπιστήμιο.
Η Σοφία, από την άλλη, είναι πιο εντυπωσιακή. Με ύψος γύρω στο 1,70, έχει μακριά, καστανά μαλλιά που συχνά τα αφήνει ελεύθερα να πέφτουν στους ώμους της. Τα μάτια της είναι μεγάλα και εκφραστικά, μ΄ένα ζεστό καστανό χρώμα, ενώ τα χαρακτηριστικά της είναι λεπτά και συμμετρικά. Ντύνεται με στυλ, χωρίς να είναι υπερβολική δίνοντας προσοχή στις λεπτομέρειες. Το χαμόγελό της είναι ανοιχτό και αυθόρμητο, τραβώντας εύκολα τα βλέμματα των αγοριών.
Το βράδυ της ιστορίας μας είναι βροχερό και η Σοφία βγαίνει από τη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου, βιαστική και χωρίς ομπρέλα. Ο ουρανός έχει γεμίσει σύννεφα, και οι σταγόνες πέφτουν ασταμάτητα, δημιουργώντας μικρές λιμνούλες στο δρόμο. Η βροχή είχε ξεκινήσει ξαφνικά, και η μόνη της επιλογή ήταν να βρει ένα καταφύγιο μέχρι να σταματήσει. Κάτω από την προεξοχή του κτηρίου, σκεπτόταν πώς θα επέστρεφε στο σπίτι της.
Ο Πέτρος, βγήκε και αυτός από τη βιβλιοθήκη. Την είχε προσέξει πολλές φορές στο αμφιθέατρο, αλλά εκείνη ποτέ δεν φάνηκε να τον είχε παρατηρήσει. Βλέποντας τη να στέκεται ανήσυχη και μόνη, ο Πέτρος πήρε το θάρρος να πλησιάσει.
«Γεια, θες να μοιραστούμε την ομπρέλα μου;» της είπε με ένα δειλό χαμόγελο.
Η Σοφία γύρισε να τον κοιτάξει, ξαφνιασμένη. Τον αναγνώρισε αμέσως ως έναν από τους συμφοιτητές της, αλλά δεν είχε μιλήσει ποτέ μαζί του.
«Ευχαριστώ πολύ. Δεν περίμενα να βρέξει τόσο ξαφνικά», είπε ελαφρώς αμήχανη καθώς ο Πέτρος άπλωσε την ομπρέλα του πάνω από το κεφάλι της.
«Προς τα που πηγαίνεις;» τη ρώτησε, κρατώντας την ομπρέλα έτσι ώστε να προστατεύονται και οι δύο.
«Στο σπίτι, λίγα τετράγωνα πιο κάτω», απάντησε η Σοφία, «αλλά δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρω μ΄αυτήν τη βροχή»
«Δεν είναι πρόβλημα, θα σε συνοδεύσω. Και εγώ προς τα εκεί πηγαίνω», της είπε ψέματα ο Πέτρος.
Καθώς περπατούσαν μαζί, η Σοφία παρατήρησε πόσο ευγενικός και ήρεμος ήταν. Η βροχή γινόταν πιο έντονη και ο αέρας έφερνε σταγόνες νερού από τα πλάγια. Η κοπέλα, προσπαθώντας να αποφύγει να βραχεί, πλησίασε πιο κοντά του και, χωρίς να το πολυσκεφτεί, πέρασε το χέρι της αγκαζέ στο μπράτσο του. Ο Πέτρος τα ‘χασε για μια στιγμή, νιώθοντας το απαλό άγγιγμα της Σοφίας. Η καρδιά του χτύπησε λίγο πιο γρήγορα, ενώ το πρόσωπό του ζεστάθηκε. Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν τόσο κοντά της και αυτή η απλή, αθώα κίνηση τον έκανε να νιώθει ανασφάλεια και ενθουσιασμό ταυτόχρονα.
Καθώς περπατούσαν αγκαζέ κάτω από την ομπρέλα, η Σοφία, προσπαθώντας να σπάσει τη σιωπή που δημιουργήθηκε από τη βροχή και την αμηχανία του Πέτρου, άρχισε να γελάει.
«Ξέρεις», είπε, «αυτό μοιάζει με κάποια από τις παράξενες εργασίες που μας βάζει ο καθηγητής Ιωαννίδης.
‘Περιπατητική φιλοσοφία κάτω από κατακλυσμιαία βροχή’»
Ο Πέτρος, αν και ακόμα αναστατωμένος από την επαφή τους, γέλασε.
«Ναι, και με θέμα: ‘Αν η βροχή ήταν πανεπιστημιακή εργασία, πώς θα καταστρέφαμε την ψυχολογία μας προσπαθώντας να την τελειώσουμε’».
«Ακριβώς!» είπε η Σοφία, προσποιούμενη σοβαρό ύφος. «Και φυσικά, θα τη δίναμε την τελευταία στιγμή, τρέχοντας κάτω από τέτοια βροχή για να προλάβουμε την προθεσμία»
«Με την εργασία μισοβρεγμένη, και τον καθηγητή να λέει:
‘Χμμμ, φαίνεται πως το νερό δεν κατέστρεψε μόνο το χαρτί, αλλά και την ανάλυσή σας’»
Η Σοφία γέλασε δυνατά. «Ω Θεέ μου, ακριβώς έτσι! Και εμάς να καθόμαστε εκεί, στάζοντας, να του εξηγούμε ότι ήταν μια καλλιτεχνική επιλογή για να δείξουμε την ένταση της ανθρώπινης ύπαρξης»
«Ναι, και μετά θα σου έλεγε: ‘Α! η ύπαρξή σας είναι έντονη; Μάλλον όχι όσο η δική μου όταν διαβάζω αυτό που γράψατε’», συμπλήρωσε ο Πέτρος, προσπαθώντας να διατηρήσει σοβαρό ύφος.
Η Σοφία γέλασε τόσο δυνατά που σχεδόν ξέχασε τη βροχή.
«Αν συνεχίσεις έτσι, θα αρχίσω να σκέφτομαι ότι, η βροχή ήταν το καλύτερο πράγμα που μου συνέβη απόψε!»
Ο Πέτρος, πιο χαλαρός τώρα, απάντησε: «Χαίρομαι που η βροχή τουλάχιστον ενέπνευσε λίγο χιούμορ. Αν και φοβάμαι ότι η μόνη βροχή που με εμπνέει είναι αυτή που θα πέσει στις βαθμολογίες μας!»
Καθώς συνέχιζαν να περπατούν κάτω από τη βροχή και γελούσαν, έφτασαν τελικά μπροστά από το σπίτι της Σοφίας. Εκείνη γύρισε προς τον Πέτρο και του είπε:
«Ευχαριστώ ξανά για την ομπρέλα και την καλή παρέα. Δεν περίμενα ότι θα περάσω τόσο καλά, παρά τη βροχή»
«Ήταν χαρά μου», απάντησε ο Πέτρος, νιώθοντας λυπημένος καθώς η όμορφη βραδιά τέλειωνε.
Την ίδια στιγμή, ένας κεραυνός έσκισε τον ουρανό και, σχεδόν αμέσως μετά, ακούστηκε ένας δυνατός ήχος από κάτι που έπεσε. Κοίταξαν και οι δύο γύρω τους, μόνο για να δουν την ομπρέλα του Πέτρου να έχει πέσει κάτω και να έχει… γίνει κομμάτια!
Ο Πέτρος την κοίταξε με απόγνωση, ενώ η Σοφία άρχισε να γελάει πάλι δυνατά.
«Αυτή ήταν η ομπρέλα της τύχης μας; Τι ειρωνεία!»
«Ναι, μοιάζει να μην άντεξε ούτε αυτή τις βαθμολογίες του καθηγητή Ιωαννίδη», απάντησε ο Πέτρος, αν και μέσα του δεν μπορούσε να πιστέψει την ατυχία του. Με την ομπρέλα διαλυμένη και τη βροχή να συνεχίζει ασταμάτητα, ο Πέτρος κοίταξε το δρόμο με τρόμο.
Ήξερε ότι αν έφευγε, θα γινόταν μούσκεμα μέσα σε λίγα λεπτά.
«Εντάξει», είπε η Σοφία, σκουπίζοντας τα δάκρυα γέλιου από τα μάτια της, «νομίζω πως τώρα σου χρωστάω μια καινούργια ομπρέλα. Και έναν καφέ για να ξεχάσουμε αυτό το φινάλε»
Η Σοφία, παρατηρώντας την ανήσυχη στάση του, χαμογέλασε και είπε:
«Κοίτα, δεν έχει νόημα να βραχείς. Γιατί δεν περνάς μέσα μέχρι να σταματήσει η βροχή; Δεν θα κρατήσει για πολύ, εκτός και εάν … σε περιμένει… κάποια»
Ο Πέτρος δίστασε για μια στιγμή, αλλά η Σοφία ήδη είχε βγάλει τα κλειδιά της και του έκανε νόημα να την ακολουθήσει.
«Έλα, δε δαγκώνω», είπε χαριτολογώντας.
Λίγα λεπτά αργότερα βρέθηκαν να κάθονται στο ζεστό, άνετο σαλόνι της Σοφίας. Εκείνη του έφτιαξε έναν ζεστό καφέ. Καθώς η βροχή έπεφτε έξω με ορμή, η ατμόσφαιρα έγινε ακόμη πιο οικεία. Οι δύο τους συνέχισαν να συζητούν, σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Τελικά η ομπρέλα τους είχε ενώσει με έναν τρόπο που δεν είχαν φανταστεί.
«Να τελειώσουμε κάποια στιγμή με το θέμα του Ιωαννίδη;» Πρότεινε η Σοφία.
Ο Πέτρος χαμογέλασε πάλι αμήχανα, νιώθοντας ότι αυτή η ξαφνική ανατροπή ίσως ήταν η αρχή για κάτι πολύ πιο όμορφο από μια απλή βόλτα κάτω από τη βροχή.
«Τι λες για αύριο; Βρέχει, δεν βρέχει!»

 

©️2024 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας

Παύλος Κωνσταντινίδης

ΑΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1949. Τελείωσα το Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ το 1973 και στη συνέχεια πραγματοποίησα το διδακτορικό μου στη φυτοκοινωνιολογία και στην οικολογία των δασικών πυρκαγιών στην ίδια σχολή. Για 30 χρόνια περίπου εργάσθηκα στο Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών, από όπου και συνταξιοδοτήθηκα το 2016. Παράλληλα με τις εκατοντάδες εργασίες που δημοσίευσα, στον ελεύθερο χρόνο μου έγραφα μικρές καθημερινές ιστορίες, από αυτές που αντιλαμβανόμουνα στο περιβάλλον μου. Ως συνταξιούχος συνέχισα τη συγγραφή των μικρών ιστοριών, μερικές από τις οποίες έχω αναρτήσει στην προσωπική μου σελίδα στο Facebook.

This Post Has One Comment

Αφήστε μια απάντηση