Ποίηση – Γυμνός περπατητής –

You are currently viewing Ποίηση – Γυμνός περπατητής –

Ποίηση – Γυμνός περπατητής –

Ποίημα

Όσο σπούδαζε τα λόγια γνώριζε τις σιωπές
Στα μαλλιά τους μια αλλιώτικη ευωδιά
γέμιζε μπαξέδες κι αμπέλια ρόδινα
Σίμωσε τα βλαστάρια τους ,αέρας πως είναι
ίσα που να χαϊδέψει απαλά τα φύλλα τους
Τόσο ντελικάτα που μένουν φοβόταν
μη και χαθεί η γλυκιά θαμπάδα της μελαγχολίας τους
στο άγριο φως απ΄το φακό της περιέργειας.
Πόσο λάτρεψε τα γεμάτα μάτια τους
γαλάζιες θάλασσες που κάθε που αντίκριζαν
να τρέχει ένα τραγούδι της χαράς
καβάλα στο λευκό του άτι,
τούτα χορτάριαζαν τριφύλλια και παπαρούνες
κι άπλωνε ο ήλιος τα πλοκάμια του να αγκαλιάσει
το βιός του ατέλειωτου.
Άλλοτε πάλι
σαν έβλεπαν πεσμένα βλέφαρα κάποιας ντάλιας
μουρμούριζαν την αλφάβητο της αγκαλιάς
έτσι που να ξεχάσει η θλίψη το λεπίδι της στον πέρα βράχο.
Εκεί που ανέμιζε η παντιέρα της λησμονιάς
κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του καιρού.
Αγάπησε τούτες τις σιωπές κι έμελλε να μάθει το συναξάρι
της μελωδίας τους από τη χώρα των πουλιών.
Κάποτε έγινε κοτσύφι.
Μιαν άλλη φορά λαγός που κυνηγούσε το ελάφι.
Ύστερα πάλι μια χελώνα
που αργά αργά γευόταν τις στάλες της ομορφιάς
Κι έτσι σίγα σιγά μεγάλωνε μέσα του ο άνθρωπος
Κάτω από μια πέτρα ο σπόρος,
από μια μπάλα ένα παιδί, από ένα τόξο ο έρωτας
κι αυτή η μικρή σπίθα
άπλωνε την γλώσσα της και τράνευε φλόγα αγάπης.
Κρυφό σχολειό ανάμεσα στην άσφαλτο και τα φουγάρα
Να΄ταν αέρας και φωτιά ή μήπως ζει κι είναι ο κανείς
Τούτος γεμάτος αρμαθιές με στάχυα ανθισμένα
βυζαίνει ήχους της σιγής σε φλάμπουρα αναμμένα.
Γυμνός με μια ψυχή μικρός περπατητής του άδικου
πολεμιστής μιας άλλης γέννας μαθητής
κι άγουρος καρπός ώριμης γης
Καθώς ακούει τη σιωπή κάποιοι τον λεν τρελό
και κάποιοι ποιητή!

©️2024 Lena Monastiriotou
Αρθρογράφος * Ποιήτρια

Λένα Μοναστηριώτου

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΠΟΙΗΤΡΙΑ - Πέρασαν τόσα χρόνια από όταν άρχισα να γράφω, να μουτζουρώνω και να αφήνω λέξεις, να σκίζω και πάλι από την αρχή, ένα ποτάμι ξεχείλιζε από τα στήθια μου λέξεις , δάκρυα, χαμόγελα στήνανε το παρτέρι τους κι εγώ μιλούσα με αυτές Γεμίζοντας το στέρνο μου τόπους ,χρόνους , στιγμές γεμάτες φωνές πουλιών πολύχρωμες λαλιές ανθρώπων λέξεις, λέξεις ώσπου σταμάτησα. Έμεινε μόνο μια φράση που έκρυψε μέσα της όλη μου τη θάλασσα. Όνομα ... άνθρωπος Συνέχισα να γράφω να ονειρεύομαι με μάτια ανοιχτά, ακολουθώ τη μουσική της ψυχής κι αφήνω τις νότες να μιλούν μέσα απ ' τα μάτια της !

Αφήστε μια απάντηση