You are currently viewing Ιστορία Αγάπης – Φύλλις & Δημοφώντας –

Ιστορία Αγάπης – Φύλλις & Δημοφώντας –

Ιστορία Αγάπης

Θα σας διηγηθώ μια ιστορία, που μιλά για τον έρωτα. Τον έρωτα που κάνει την καρδιά να
χορεύει, με τους φόβους, τις ανασφάλειες και τις αδυναμίες να περισσεύουν. Ο έρωτας που
σε δεσμεύει στην ανάγκη να βιώσεις το συναίσθημα με πάθος και συγχρόνως να μην
λειτουργείς με τις προσταγές της λογικής και αυτό είναι που σε ελευθερώνει. Αυτόν που ως
συναίσθημα δεν έχει αλλοιωθεί από τότε που σαν άνθρωποι εμφανισθήκαμε στη γη.
Που δεν έχει αλλάξει μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Αυτή είναι μια πρώιμη ερωτική ιστορία,
που συνεχώς επαναλαμβάνεται όπως η ιστορία του Αίμονα και της Αντιγόνης, του Ρωμαίου
και της Ιουλιέτας, του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, της Καρένινα και του Βρόνσκι,
της Κάθριν και του Χίθκλιφ. Αλλάζουν οι εποχές, όμως ο έρωτας παραμένει ο ίδιος στην
πεζότητά του και στο βαθμό σκληρότητάς του, στη λάμψη του απόλυτου φωτός και του
απόλυτου σκοταδιού. Θα μιλήσουμε για έναν έρωτα μιας τυχαίας συνάντησης και μιας
πρώτης ματιάς που συνέβη 3.000 χρόνια πριν.
Η Φύλλις και ο Δημοφώντας συναντήθηκαν τυχαία, όταν αυτή έπαιζε αμέριμνη στην παραλία
με τις φίλες της και αυτός επιστρέφοντας ως νικητής από την Τροία βγήκε στη στεριά σε
αναζήτηση πόσιμου νερού. Αυτή βασιλοπούλα της Βισαλτίας κόρη του βασιλιά των Θρακών
Σίθωνα και εκείνος γιος του μυθικού Θησέα και της Αριάδνης. Δύο βέλη χρειάζονταν ο
Έρωτας για να αγαπηθούν δύο νέοι. Όμως η θυμωμένη ακόμη Αφροδίτη του έδωσε εντολή
να αδειάσει ολόκληρη τη φαρέτρα πάνω τους.
Η πρόσκληση για φιλοξενία στο παλάτι του πατέρα της, κατέληξε σε έναν απρόσμενο γάμο.
Ο γενναίος Δημοφώντας που δεν δείλιασε να μπει στο Δούρειο Ίππο, που δεν πτοήθηκε από
τις απειλές του Στρατηλάτη Αγαμέμνονα και διεκδίκησε και πήρε το σημαντικότερο λάφυρο
το Παλλάδιο της Τροίας, νικήθηκε από ένα μικρό κοριτσόπουλο. Ξέχασε την Πατρίδα του
την Αθήνα, όπου τον περίμεναν να τον στεφανώσουν ως Βασιλιά και έμεινε αιχμάλωτος στα
αισθήματά του. Η Φύλλις από την άλλη αφοσιώθηκε στο δώρο που τις έστειλαν οι Θεοί και
ζούσε το δικό της παραμύθι.
Όμως τα παραμύθια κάποτε τελειώνουν. Αυτό συνέβη και τώρα. Μαντάτα από την πατρίδα
του έρχονταν συνεχώς, που τον καλούσαν να βάλει σε μια τάξη το Βασίλειο που
κληρονόμησε. Στην αρχή τα παράβλεψε, όταν όμως άρχισαν να γίνονται επιτιμητικά και
τρυπούσαν τον εγωισμό του και τη γενναιότητά του και του αμφισβητούσαν την ικανότητα
να απαγκιστρωθεί από τον ποδόγυρο μιας γυναίκας, έπεσε σε μελαγχολία.
Σε μια ζυγαριά μπήκαν όλα και μια έγερνε δεξιά να μείνει και μια αριστερά να φύγει
και ο Δημοφώντας να αμφιταλαντεύεται μεταξύ έρωτα και καθήκοντος. Και θα μαράζωνε εάν δεν
έδινε τη λύση η Φύλλις. Το γυναικείο ένστικτο λειτούργησε και τη συμβούλεψε, ότι δεν της
αξίζει ένας ταπεινωμένος άνδρας, αλλά της πρέπει ο περήφανος πολεμιστής που πρωτοαντίκρισε.
«Γύρνα στην Πατρίδα σου του είπε, βάλε σε τάξη το βασίλειό σου και τότε αποφάσισε. Εάν
με αγαπάς θα γυρίσεις σύντομα πίσω, εάν όχι τότε θα σημαίνει ότι δεν αξίζεις την αγάπη μου.
Εγώ θα σε περιμένω».
Ο Δημοφώντας ανακουφισμένος από τη λύση που πρότεινε η γυναίκα του, της έδωσε ιερούς
όρκους για τη σύντομη επιστροφή του. Άλλωστε ούτε αυτός άντεχε μακριά της.
Και έτσι επέστρεψε στην πατρίδα του.
Στην Αθήνα βρήκε ένα αναστατωμένο Βασίλειο, το οποίο άργησε όμως να βάλει σε τάξη.
Άρχισε να σχεδιάζει το ταξίδι της επιστροφής, όμως οι Θεοί είχαν άλλα σχέδια. Του ήλθαν
ως ικέτες οι γιοί και οι υπόλοιποι συγγενείς του Ηρακλή καταδιωκόμενοι από το βασιλιά των
Μυκηνών Ευρυσθέα, ο οποίος απαίτησε την παράδοση των φυγάδων. Ο Δημοφών όχι μόνον
τους προστάτευσε, αλλά και όταν ο Ευρυσθέας ήρθε με το στρατό του στην Αθήνα,
πολέμησε για χάρη των Ηρακλειδών εναντίον του. Πέτυχαν μεγάλη νίκη, σκοτώνοντας τον
ίδιο και τους γιους του και ξεκληρίζοντας τη γενιά του. Από την ιστορία αυτή άλλωστε ο
Ευριπίδης εμπνεύσθηκε την τραγωδία « Ηρακλείδαι».
Στο μεταξύ η Φύλλις καθημερινά περίμενε τον άνδρα της. Δεν έμενε πια στο παλάτι, αλλά
πάνω σε έναν ψηλό βράχο, στους Εννέα Δρόμους, την περιοχή που αργότερα ονομάσθηκε
Αμφίπολη. Η προσμονή, η αμφιβολία, η πίστη, η ελπίδα, η απογοήτευση ένα μπερδεμένο
κουβάρι να βασανίζουν την ψυχή της. Κάθε πανί πλοίου στον ορίζοντα γεννούσε μια ελπίδα,
που γρήγορα βούλιαζε στα νερά του Στρυμωνικού. Δεν ήξερε τι την βάραινε περισσότερο.
Ο ανεκπλήρωτος όρκος ή κάποιο κακό που πιθανόν να συνέβη στον αγαπημένο της;
Ικέτευε το Θεό Όρκο που τιμωρούσε τους επίορκους, να τον συγχωρήσει εάν την ξέχασε,
αρκεί να ήταν ζωντανός. Οι ημέρες έγιναν μήνες και μετά χρόνια και η Φύλλις μόνη εκεί στους Εννέα
Δρόμους, να μετρά τα πανιά, αρνούμενη να επιστρέψει στο παλάτι. Δεν ξεκόλλησε στιγμή
από το βράχο της. Τα πόδια της έγιναν ένα με τη γη, άρχισαν να ριζώνουν. Αρνιότανε το
φαγητό και οτιδήποτε θα της έφερνε κάποια χαρά. Από ζηλευτή βασιλοπούλα κατάντησε
αξιολύπητο λείψανο γυναίκας. Μέχρι και οι Θεοί την λυπήθηκαν. Συμβούλιο έκαναν για
χάρη της και αποφάσισαν να σταματήσουν την μαρτυρική αναμονή. Το δένδρο σκέφτηκαν
δεν αισθάνεται λύπη, αγωνία ή πόνο, παρά μόνο καρτερά με υπομονή, εκεί που του έτυχε να
ριζώσει. Τόσες φορές το δοκίμασαν και πάντα πετύχαινε, όπως η Δάφνη και η Πίτυς.
Και αυτό που χρειάζονταν η δύστυχη γυναίκα ήταν αντοχή και υπομονή.
Έτσι την μεταμόρφωσαν σε Αμυγδαλιά.
Όμως υπολόγισαν λάθος οι Θεοί. Ο μεγάλος έρωτας δεν άφησε να πετρώσει και η ψυχή της.
Η Φύλλις και ως Αμυγδαλιά ακόμη πονούσε και αγωνιούσε αρνούμενη κατά πως όλα τα
δένδρα, να βγάλει φύλλα και ανθούς, μέχρι να επιστρέψει ο αγαπημένος της.
Ο Δημοφών ποτέ δεν ξέχασε τον όρκο του. Ποτέ δεν σταμάτησε να την λατρεύει και να
σχεδιάζει την επιστροφή του. Έτσι αφού τελείωσε ακόμη μια πολεμική επιχείρηση με το
Διομήδη και τους Αργείους, μπήκε στο πλοίο της επιστροφής. Χειμώνα έφθασε στους Εννέα
Δρόμους και αναζήτησε τη γυναίκα του. Οι υπηρέτριες του έδειξαν το σημείο όπου η Φύλλις
τον περίμενε ακόμη, μεταμορφωμένη ως αμυγδαλιά πια. Έτρεξε στην αγαπημένη του,
αγκάλιασε τον κορμό της και άρχισε απαρηγόρητος να κλαίει και να της ζητά να συγχωρέσει
την καθυστέρησή του. Πότισε με τα δάκρυα τις ρίζες της. Και τότε….. εκατοντάδες
λουλούδια κάτασπρα και ροζ βγήκαν από τα γυμνά κλαδιά. Ολάνθιστο το δένδρο
καταχείμωνο, πανηγύριζε τη νίκη του έρωτα, την επιστροφή του καλού της, το σεβασμό
στους όρκους. Γεμάτο θετικότητα, καθαρότητα, αγνότητα και ομορφιά. Και από τότε η
αμυγδαλιά πρώτη ανθίζει από όλα τα δένδρα. Τα τρυφερά και ευαίσθητα ανθοπέταλά της,
γίνονται οι αφυπνιστές της ζωής, καθώς θυσιάζονται στον παγωμένο χειμωνιάτικο αέρα.
Όμοια με τις ιδιοσυγκρασίες όλων των νεαρών κοριτσιών και αγοριών που αγνές και αθώες,
ετοιμάζονται να θυσιαστούν στο κάλεσμα του μεγάλου «Αφυπνιστή, του Έρωτα» με
οποιοδήποτε κόστος.
Υπάρχουν πολλές λαογραφικές ιστορίες για την αμυγδαλιά σε πολλούς λαούς.
Οι περισσότερες είναι σκληρές και εκδικητικές. Εγώ διάλεξα να σας διηγηθώ την εκδοχή των
δικών μας προγόνων, την τρυφερή, την ερωτική, τη στοργική, της αφοσίωσης, της
συγχώρησης, της μεγάλης χαράς και την ανείπωτης θλίψης, την ανθρώπινη.
Τον απόλυτο Έρωτα που ο Σοφοκλής ύμνησε όπως κανένας άλλος θνητός (Αντιγόνη στ. 781-788)

Έρωτα, που δε γονάτισες ποτέ στον πόλεμο,
Έρωτα, που ορμάς και γεμίζεις την πλάση,
που στ΄απαλά τα μάγουλα
της κόρης νυχτερεύεις,
που σεργιανάς τις θάλασσες
και των ξωμάχων τα κατώφλια,
κανείς δε σου γλυτώνει
μηδέ θνητός μηδέ αθάνατος·
φωλιάζεις στο κορμί και το μανίζεις (τρελαίνεις).

©2024 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας

Παύλος Κωνσταντινίδης

ΑΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1949. Τελείωσα το Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ το 1973 και στη συνέχεια πραγματοποίησα το διδακτορικό μου στη φυτοκοινωνιολογία και στην οικολογία των δασικών πυρκαγιών στην ίδια σχολή. Για 30 χρόνια περίπου εργάσθηκα στο Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών, από όπου και συνταξιοδοτήθηκα το 2016. Παράλληλα με τις εκατοντάδες εργασίες που δημοσίευσα, στον ελεύθερο χρόνο μου έγραφα μικρές καθημερινές ιστορίες, από αυτές που αντιλαμβανόμουνα στο περιβάλλον μου. Ως συνταξιούχος συνέχισα τη συγγραφή των μικρών ιστοριών, μερικές από τις οποίες έχω αναρτήσει στην προσωπική μου σελίδα στο Facebook.

Αφήστε μια απάντηση