Αφήγημα
Τριγύρω απλωνόταν το απέραντο μαύρο χαλί με τα μυριάδες κεντημένα διαμαντάκια.
Όπου κι αν γύριζες το βλέμμα δεν αντίκρυζες τίποτα πέρα από το μαύρο αστραφτερό χαλί.
Παντού τριγύρω. Παντού, εκτός από ένα σημείο πίσω από τον αριστερό τους ώμο,
όπου έλαμπε ψυχρά και αδιατάραχτα ένας κάτασπρος ήλιος.
Εκείνος της κρατούσε το χέρι, κι εκείνη του κρατούσε το χέρι.
Το ζεστό συναίσθημα του καρδιακού πάθους έβρισκε τον δρόμο του μέσα από το σύνθετο υλικό
της εσωτερικής φόρμας και του γαντιού, και στη συνέχεια διαπερνούσε την εξωτερική σκληρή στολή
κι εκείνο το γάντι που έμοιαζε με πόδι δεινόσαυρου. Έβρισκε τον δρόμο του και κυλούσε
σαν ζεστό ποτάμι μέσα σε μια αρτηριακή κοίτη που συνέδεε τις δύο καρδιές που πετούσαν στο άπειρο.
– Πώς αισθάνεσαι; ρώτησε αυτός.
– Δέος.
– Απερίγραπτη αίσθηση.
– Αγωνία.
– Ανυπομονησία.
– Φόβο.
– Θαυμασμό.
– Λαχτάρα.
– Και ξανά δέος.
– Πάθος.
– Αν το σκεφτείς, ο κοσμικός καμβάς είναι σαν το μέσα μας. Γεμάτος αβεβαιότητα και ομορφιά.
Η ίδια η αγωνία της επιβίωσης πυροδοτεί μια έκρηξη αισθήσεων και επιθυμιών.
– Έχεις καταλάβει πως είναι η τελευταία μας ώρα….
– Και πώς μπορεί κανείς να το γνωρίζει αυτό με βεβαιότητα;
Ίσως κάποιο διερχόμενο σκάφος εντοπίσει το σήμα του πομπού μας και μας διασώσει, πού ξέρεις;
– Ποιες είναι οι πιθανότητες;
– Ποιες ήταν οι πιθανότητες να βρεθείς εδώ έξω, μαζί μου;
Αυτή γέλασε. Το γέλιο της ακούστηκε σαν χαλασμένης κούκλας, μέσα από το μικρόφωνο του κράνους.
Οι χαμηλές και οι ψηλές συχνότητες περικόπτονταν, αφήνοντας κυρίαρχες τις μεσαίες,
κάτι που έδινε την εντύπωση πως μιλούσε ένα συναχωμένο παιδί. Όλη αυτή η συνθήκη δημιουργούσε ένα κωμικό,
μέσα στην τραγικότητά του, υπόβαθρο στον διαστημικό άνευ επιστροφής περίπατό τους.
– Ποιες ήταν οι πιθανότητες να συναντηθούμε, εγώ κι εσύ, μέσα σ΄έναν διαστημικό σταθμό,
στην άκρη του γνωστού κόσμου;
– Και να φανταστείς πως ήρθα για να σε σώσω. Κοίτα πόσο καλά τα κατάφερα…
– Κι όμως, με έσωσες, Με έσωσες από την μοναξιά της αδιαμοίραστης σκέψης μου· με έσωσες από λιμνάζοντα
συναισθήματα αγάπης που είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται βούρκος και να μυρίζουν άσχημα·
με έσωσες από την απελπισία του διαχωρισμού, από την απόγνωση της αντικοινωνικότητας,
με έσωσες από την λήθη του ποιος είμαι.
Αυτή έμεινε σιωπηλή.
– Πίστεψέ με, ο τρόπος που η καρδιά σου ακούμπησε τη δική μου άξιζε χίλιους
διαστημικούς περίπατους μονής διαδρομής!
Αυτή έμεινε σιωπηλή.
– Κι εδώ, μέσα στο απέραντο φαινομενικά κενό μαύρο, με τα εκατομμύρια φωτάκια πάνω μας, γύρω μας,
κάτω μας, πίσω μας κι εμπρός μας, δηλώνω με πλήρη συνείδηση και απόλυτη πεποίθηση πως σε αγαπώ.
Αυτή έκλαιγε ήδη. Τα ζεστά δάκρυα είχαν αρχίσει και άχνιζαν το παράθυρο του κράνους της.
Τα πάντα γύρω φαίνονταν ονειρικά, μέσα από μια θολούρα που έλπιζε να είναι μόνο υλική και όχι πνευματική.
Ένα τέτοιο συναίσθημα άξιζε πράγματι οποιαδήποτε θυσία. Ίσως κάποτε να το είχε ονειρευτεί,
ίσως κάποτε να είχε ελπίσει πως θα το βρει, όμως αυτό το κάποτε βρισκόταν τόσο μακριά
από κείνη τη μέρα που εισήλθε στον διαστημικό σταθμό, που ούτε η ίδια δεν το θυμόταν.
Η καρδιά της είχε μετατραπεί σε ένα εργοστάσιο καθαρισμού αίματος, βεβαίως ως επιστήμονας
γνώριζε πως αυτό ήταν εξαρχής: ένα ζωντανό μηχάνημα. Και οι κουτοί, οι αιθεροβάμονες,
οι αφελείς καλλιτέχνες παραπλανούσαν τον κόσμο να νομίζει πως εκεί, κάπου ανάμεσα στις δύο κοιλίες,
φώλιαζε κάτι που το ονόμαζαν αγάπη.
Και να τώρα, στη μέση του απείρου, σε ένα ταξίδι στο πουθενά με σκάφος την σχεδόν καμία προοπτική επιβίωσης,
οι δύο κοιλίες της έγιναν μία μεγάλη απέραντη κοιλάδα γεμάτη πρωτόγνωρα ευωδιαστά άνθη που φύτρωσαν μόνο για κείνη.
– Κλαις; τη ρώτησε αυτός ξαφνιασμένος. Όχι, όχι, όχι.. μόνο χαρά. Μόνο χαρά κι ευδαιμονία σου αξίζει,
μόνο ευτυχία θέλω να σου δίνω. Έλα δω.
Κι εκεί, καθώς κυλούσαν στον αόρατο διάδρομο του απείρου με ταχύτητα ανυπολόγιστη, αυτός τραβώντας ελαφρώς
το χέρι της προς τα πίσω έκανε έναν περίτεχνο ελιγμό και βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο.
Άπλωσε τότε και τα δυο του χέρια προς το μέρος της και την έφερε όσο πιο κοντά επέτρεπαν
οι διαστημικές στολές. Κι έτσι, αγκαλιασμένοι, με τα παράθυρα του κράνους τους να εφάπτονται,
συνέχισαν να ρέουν στο υπεράπειρον, με συνοδεία τους απαλούς διακοπτόμενους λυγμούς της.
©2025 𝜧 𝜾 𝒙 𝜶 𝜺 𝝀 𝜶
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα
