Αφήγημα
Ήρεμες κυλάνε οι μέρες στο χωριό
Ήσυχες και γλυκές σαν συσταζούμενες κοπέλες
Ο χειμωνιάτικος ήλιος χαϊδεύει απαλά τις σκέψεις μου,
και τα βήματά μου στους καθημερινούς περιπάτους
αφήνουν ίχνη από ημιτελείς στίχους.
Την μία μέρα τους σκορπίζω
και την άλλη τους μαζεύω
ώριμους και μεστούς έτοιμους για σερβίρισμα.
Κάποιους τους δένω με τη γλύκα της μέρας
και φτιάχνω γλυκό του κουταλιού
Τους άλλους με την υποβόσκουσα πίκρα μέσα τους
τους απλώνω να λιαστούν πάνω σ’ ένα άσπρο χαρτί
με την ελπίδα πως το πέρασμα τόσων ήρεμων ημερών από πάνω τους
θα πάρει αρκετή από την πικρίλα τους…
Ήρεμες κυλάνε οι μέρες στο χωριό
Εκείνα τα αγρίμια μέσα μου
σαν να λουφάξανε
δεν ξέρω αν ημέρωσαν η αν γέρασαν,
αν γλύκαναν ή αν κουράστηκαν,
ξέρω πως καιρό τώρα δεν γρατζουνάνε άγρια την καρδιά μου.
Και μου φαίνεται σαν να πλήθυναν οι καλημέρες και τα χαμόγελα στη ζωή μου
Μου πήρε κάμποσο καιρό να εγκλιματιστώ στο χωριό
οι χαιρετούρες στην πόλη φειδωλές
Ένα κούνημα του κεφαλιού και μία σιγανή καλημέρα – καλησπέρα στη σκάλα ή στο ασανσέρ.
Φίλοι λίγοι μετρημένοι στα δάχτυλα
Οι υπόλοιποι απλά γνωστοί
Άλλωστε ποτέ δεν ήμουν των πολλών συναναστροφών
Απλά πράγματα…
Ένα ποτό, μία ταβερνούλα, ένα σινεμά, ένα θέατρο, μία συναυλία,
καφέ και βόλτα στην παραλία
Αξέχαστα τα βράδια της Παρασκευής
Τρείς φίλες singles και οι τρείς
πότε στο ένα σπίτι πότε στο άλλο μας έπιανε το ξημέρωμα παίζοντας Ράμι και πινάκλ
Γέμιζαν τα τασάκια αποτσίγαρα και το σαλόνι με καπνό
και μαλώναμε όταν κάποια έδινε φύλλο και γινόταν η άλλη ενώ εσύ ήσουν έτοιμη να κλείσεις…
Κι ύστερα γέλια….άντε ένα τελευταίο τσιγάρο και φύγαμε…
Αύριο τι λέτε να κάνουμε;
Έφυγες νωρίς ρε φίλη…
Χάλασες την παρέα…
Κι εμείς οι δύο που μείναμε πίσω σκορπίσαμε
Η μία έμεινε εκεί…που και που τηλεφωνιόμαστε
Εγώ πήρα το δρόμο του γυρισμού στα Πάτρια…
Λες κι ο συνδετικός κρίκος ήσουν εσύ
Πάντα σε θυμάμαι με αγάπη…
Μου λείπει εκείνο το (καλά πως κάνεις έτσι;;)…
κάθε φορά που ανάβαν τα αίματα στα χαρτιά,
λες και ήταν το καταπραϋντικό μας ξεσπούσαμε σε γέλια…
Κοίτα τι θυμήθηκα πρωινιάτικα τώρα…
Τι ώρα πήγε;….ουυυυυ 8….
Άντε κορμί μου αρκετά χουζούρεψες, άντε να ανοίξουμε τα παντζούρια
να μπει μέσα το φως της μέρας…
-Καλημέρα… είσαι καλά;
άργησες να ανοίξεις τα παντζούρια σου και ανησύχησα…
Άντε κατέβα θα ψήσω καφέ, έφτιαξα και κέικ…άντε έλα…
-Κοίτα να δείς… μία μικρή λέξη “ανησύχησα” πως σε παίρνει από το χέρι και σε οδηγεί
σε συγκινησιακά μονοπάτια.
Κανείς στην πόλη δεν μου είπε “ανησύχησα” ακόμη και αν δεν άνοιγα όλη μέρα τα παντζούρια μου
Τελικά ένα “ανησύχησα” έρχεται και σκεπάζει όλα τα “πού ήσουν” “από πού έρχεσαι”
” ποιος ήταν στο σπίτι σου” όλη αυτή η απλοϊκή περιέργεια χάνεται μπροστά σε ένα “ανησύχησα”.
Ήρεμα πού κυλάνε οι μέρες στο χωριό
όταν υπάρχουν κάποιοι που… ανησυχούν για σένα…
_Καλημέρα!!! …. βάλε τον καφέ κι έρχομαι….
©️2025 Ελένη Ταϊφυριανού
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα
